fibromyalgia

Ινομυαλγία και Ομοιοπαθητική Ιατρική

Αναρτήθηκε τη Κατηγορία: Ομοιοπαθητική, Υγεία.

Σπύρος Α. Κυβέλλος –Ιατρός, Γ.Γ. Έρευνας Διεθνούς Ακαδημίας Κλασικής Ομοιοπαθητικής, www.vithoulkas.com, www.homeopathy.gr, www.classical-homeopathy.gr

Η Iνομυαλγία (Fibromyalgia) είναι μία ρευματική νόσος, που παρά τη μεγάλη επίπτωσή της στον πληθυσμό τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται ακόμα σε στάδιο εντατικής διερεύνησης από την ιατρική κοινότητα. 

Πρόκειται για μια μορφή ρευματικής νόσου που προσβάλλει τους μυς και τους συνδέσμους και όχι τις αρθρώσεις. Ο ασθενής πάσχει από διάχυτο μυοσκελετικό πόνο, με επώδυνους μύς, τένοντες και ινώδεις ιστούς, συνοδευόμενο από χρόνια κόπωση και διαταραχές ύπνου. Μια που σε αυτή τη νόσο «φάντασμα» δεν υπάρχουν ορατές εκδηλώσεις, επί πολλά χρόνια στους ασθενείς με ινομυαλγία, όχι μόνο δεν μπορούσε να τεθεί ιατρική διάγνωση, αλλά αντιμετωπίζονταν ενίοτε και με δυσπιστία από το περιβάλλον τους. Παρ’όλα αυτά, η χρόνια βίωση μυοσκελετικού πόνου επιφέρει μια μεγάλη μείωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς, σε συνδυασμό και με το αίσθημα κόπωσης και τις διαταραχές ύπνου.

Η κόπωση, λόγω του χρόνιου άλγους, αποτελεί και την πιο σοβαρή διαταραχή του συνδρόμου. Υπάρχει έντονη έλλειψη ενέργειας, μείωση των αντοχών με σταδιακή απώλεια της καλής φυσικής κατάστασης, δυσανάλογης με την ηλικία του ασθενούς. Συχνά συνυπάρχουν αιμωδίες (μουδιάσματα), πονοκέφαλος, αυχεναλγία, οξυθυμία, μελαγχολία, δυσκολία συγκέντρωσης και απώλεια μνήμης, σταδιακή αλλαγή χαρακτήρα, ευερέθιστο έντερο και έντονα μη αναζωογονητικός  ύπνος.  Λόγω  της μη ειδικής σημειολογίας στην κλινική εξέταση, σε πολλούς ασθενείς, πριν τεθεί η σωστή διάγνωση, τα συμπτώματα αποδίδονται είτε σε υπερβολική ψυχοσωματική αντίδραση, είτε σε άλλα ρευματικά νοσήματα. Έτσι , συχνά η διάγνωση της ινομυαλγίας μπαίνει τελευταία και εξαποκλεισμού άλλων ρευματικών παθήσεων.

Για να τεθεί σωστά η διάγνωση, πρέπει ο ασθενής να έχει χρόνιο μυοσκελετικό άλγος τουλάχιστον επί τριμήνου που να αφορά και τα τέσσερα τεταρτημόρια του σώματος και τον αξονικό σκελετό, ενώ τα επώδυνα σημεία πρέπει να είναι πάνω από 11 στα οποία πίεση 4 κιλών προκαλεί έντονο άλγος. Πρόσφατα δημιουργήθηκαν από την παγκόσμια ρευματολογική κοινότητα και πιο ειδικά σκορ που μετρούν επίσης τη σοβαρότητα των συνοδών συμπτωμάτων (κόπωση, μη αναζωογονητικός ύπνος, γνωστικά συμπτώματα) μαζί με την ένταση του άλγους, ώστε η διάγνωση να μπορεί να τίθεται πιο αντικειμενικά και από τον γενικό ιατρό.

Από επιστημονικής πλευράς η ινομυαλγία συνδέεται με δυσλειτουργία νευροδιαβιβαστών και ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης που σχετίζονται με την βίωση του πόνου, τη ρύθμιση του ύπνου και την διάθεση, καθώς και με αυξημένα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό της ουσίας P , που είναι υπεύθυνη για τη μεγιστοποίηση της βίωσης του άλγους.

Μελέτες επίσης έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με ινομυαλγία χάνουν σταδιακά την ικανότητα του κεντρικού νευρικού συστήματός τους να εισέρχεται σε βαθύ ύπνο. Σε πολλές περιπτώσεις, πριν της εμφάνισης του χρόνιου μυοσκελετικού άλγους, προηγείται αυτή η απώλεια του αναζωογονητικού ύπνου, είτε από σωματικά αίτια (π.χ. άλλες προϋπάρχουσες ρευματικές επώδυνες νόσους όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα), κυρίως όμως από βίωση μακροχρόνιου έντονου συναισθηματικού  πόνου.

Συχνά, στο ιστορικό των ασθενών με ινομυαλγία, προηγούνται ψυχικά επώδυνα γεγονότα, που βιώθηκαν από πλευράς τους, ως έντονος  «ψυχικός πόνος», τόσο δυσβάσταχτος, που η μόνη επιλογή του οργανισμού για να τον ανακουφίσε, είναι η σωματοποίησή του. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο φαύλος κύκλος, ψυχικού πόνου, απώλειας αναζωογονητικού ύπνου, σωματικού άλγους και χρόνιας κόπωσης γίνεται μία συνεχής επώδυνη νευρο-βιοχημική εξίσωση χωρίς λύση στον ανθρώπινο οργανισμό.

Στην Ομοιοπαθητική Ιατρική, η προσέγγιση και διάγνωση του ασθενούς σαν ένα ενιαίο και ιδιαίτερο νευρο-ενδοκρινο-ανοσολογικό σύνολο είναι δεδομένη. Σε κάθε ασθενή με ινομυαλγία, εκτός της συμβατικής διάγνωσης, θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο είδος του επώδυνου συναισθηματικού ερεθίσματος που προηγείται ή συνοδεύει αυτό. Εάν το ινομυαλγικό σύνδρομο οφείλεται περισσότερο σε χρόνια έλλειψη ύπνου ή σε χρόνια βίωση συναισθηματικού πόνου, η προσέγγιση και η θεραπεία θα είναι διαφορετική και εξατομικευμένη. Δεδομένης της διερεύνησης σε βαθύτερο επίπεδο της διαταραχής, έμφαση θα δοθεί στο χρονικό σημείο της ιστορίας του ασθενούς οπότε αρχίζει η εμφάνιση των συμπτωμάτων, ώστε να γίνει η σωστή συσχέτιση με τη βίωση των επώδυνων συναισθημάτων που προηγούνται.

Σε κάθε περίπτωση ο Ομοιοπαθητικός ιατρός, πριν προβεί στη χορήγηση εξατομικευμένης θεραπείας, θα πρέπει να ανιχνεύσει τη διαφοροποίηση της ιδιοσυγκρασιακής δομής του ασθενούς, που τον ανάγκασε να μπει στον φαύλο κύκλο, άλγους-κόπωσης-έλλειψης αναζωογονητικού ύπνου που προαναφέρθηκε.

Θα ανιχνεύσει δηλαδή την «απόσταση φύσης- θέσης» της ιδιοσυγκρασίας του ασθενούς, και σε ποιο σημείο αυτή παραβιάστηκε τόσο, ώστε να μπει στον βιοχημικό  κύκλο του συνδρόμου της ινομυαλγίας. Μια που τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι ασθενείς με ινομυαλγία καταφεύγουν στην Ομοιοπαθητική Ιατρική, κυρίως λόγω μη ικανοποιητικής αντιμετώπισής τους με τα συμβατικά φάρμακα, έχει αθροιστεί η εμπειρία των ειδικών ιατρών στην αντιμετώπιση του συνδρόμου. Μία πρώτη άτυπη στατιστική προσέγγιση σε επίπεδο ιατρείου μάς δίνει την πληροφορία ότι οι ινομυαλγικοί ασθενεί, είναι άνθρωποι που επί μακρόν «σφίγγονται για να μην εκφράσουν τα επώδυνα συναισθήματά τους».

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: ευαίσθητοι συναισθηματικά ασθενείς που δεν έκλαψαν ή δεν θύμωσαν τόσο όσο αναλογούσε στην ιδιοσυγκρασία τους, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να σφίγγουν τους μυς τους για να συγκρατήσουν είτε το κλάμα είτε τον θυμό. Αυτή η  συνεχής μυϊκή σύσπαση αποκτά σταδιακά μία μονιμότητα που αρχίζει και επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου, οδηγεί σε χρόνιο μυοσκελετικό άλγος και κόπωση και εντάσσει τον ασθενή στον προαναφερθέντα γνωστό κύκλο της ινομυαλγίας.

Στην περίπτωση αυτή, η σωστή Ομοιοπαθητική αγωγή, αφού διερευνηθεί με ακρίβεια το ιδιαίτερο ιδιοσυγκρασιακό προφίλ του ασθενούς και τα σημεία του στα οποία υπήρξε η καταστολή της έκφρασης, θα οδηγήσει στην αποφόρτιση αυτής. Πράγματι σε τέτοιες περιπτώσεις, ύστερα από τη χορήγηση του εξατομικευμένου ομοιοπαθητικού φαρμάκου, ο ασθενής συχνά θα αρχίσει να εκφράζει πάλι το κλάμα και τον θυμό του, ενώ σταδιακά θα αποφορτίζεται και θα μειώνεται ο μυοσκελετικός πόνος.  Είναι πιθανόν αυτή η αντίδραση να ξενίσει και να ταράξει το περιβάλλον του ασθενούς, που τον έχει συνηθίσει να μην αντιδρά παρά μόνον με άλγος. Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι «το κύτταρο δεν  γνωρίζει από πολιτισμό». Αρχέγονες αντιδράσεις πνευματικής επιβίωσης του οργανισμού, όπως ο θυμός και το κλάμα, θα πρέπει να εκφράζονται, όταν αυτός το έχει ανάγκη, για να μην αναγκάζεται ο οργανισμός να προβάλει διαστρεβλωμένες σωματοποιημένες αντιδράσεις αποφόρτισης.

Η Ομοιοπαθητική Ιατρική συμβάλλει σε αυτήν ακριβώς την επαναφορά και στη διατήρηση του οργανισμού στη μέγιστη δυνατή «ομοιότητα» με τη φύση του.

Πηγή: NaturaNrg #27