Λεξικό της οικολογίας (Β)

Αναρτήθηκε τη Κατηγορία: Ecolife, Περιβάλλον.

Σε συνέχεια των όρων που παρουσιάστηκαν στο προηγούμενο τεύχος της εφημερίδας, σχετικά με τους οικολογικούς όρους που ξεκινούν με το γράμμα Α, σε αυτό το τεύχος το λεξικό συνεχίζεται με την παρουσίαση όρων που ξεκινούν με το γράμμα Β.*

Βακτήρια: ομάδα πρωτόγονων οργανισμών που δεν έχουν πυρήνα. Πολλαπλασιάζονται ταχύτατα, συνήθως με απλή διαίρεση και είναι μονοκύτταροι. Αποδομούν την οργανική ύλη σε απλές ουσίες. Κάποια είδη είναι παθογόνα.

Βαρέα μέταλλα: μέταλλα με υψηλό ατομικό βάρος, όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, το κάδμιο, ο ψευδάργυρος, το πλουτώνιο, και το χρώμιο. Έχουν την τάση να βιοσυσσωρεύονται στους ιστούς των οργανισμών προκαλώντας σοβαρές βλάβες στην υγεία ή και θάνατο.

Βενζόλιο: Αρωματικός υδρογονάνθρακας, τοξικός, καρκινογόνος και ενοχοποιημένος επίσης για τη λευχαιμία. Χρησιμοποιείται ευρέως στις χημικές βιομηχανίες και αποτελεί συστατικό του πετρελαίου.

Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων: γενική ονομασία φυλλαδίων, βιβλίων και άλλων εκδόσεων που περιλαμβάνουν καταλόγους και πληροφορίες για τα είδη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν.

Βιοαποδομήσιμο υλικό: υλικό που μπορεί να διασπαστεί, συνήθως από μικρο-οργανισμούς, σε ανόργανες ή απλούστερες ενώσεις.

Βιοκαύσιμο: καύσιμο, όπως το μεθάνιο και το βιοαέριο, που προέρχεται από την αποδόμηση οργανικής ύλης με την επίδραση μικροοργανισμών. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θέρμανση και παραγωγή ενέργειας.

Βιοκτόνο: ουσία, φυσική ή τεχνητή, καταστροφική για τους ζωντανούς οργανισμούς.

Βιολογία: η μελέτη των ζωντανών οργανισμών. Περιλαμβάνει κλάδους όπως Μορφολογία, Φυσιολογία, Ταξινομία ζώων και φυτών, Γενετική, Παλαιοντολογία και Οικολογία.

Βιολογική γεωργία: η ήπια μη χημική γεωργία όπως ορίζεται από τις προδιαγραφές της IFOAM και τον Νόμο – Κανονισμό: ΕΟΚ 2092/91 Συνώνυμα: Οργανική ή και οικολογική γεωργία.

Βιολογικά προϊόντα ή προϊόντα βιολογικής γεωργίας: χαρακτηρίζονται αυτά που για την παραγωγή τους δεν χρησιμοποιούνται συνθετικά ή χημικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή ορμόνες, αλλά πιο ήπιες μέθοδοι αγροπεριβαλλοντικής παραγωγής, φιλικές προς το περιβάλλον.Η παραγωγή τους και η πιστοποίηση τους διέπονται από το νόμο ΕΟΚ 2092/91, και στην Ελλάδα υπάρχουν τρεις οργανισμοί πιστοποίησης και ελέγχου που συνεργάζονται με το Υπουργείο Γεωργίας.

Βιολογική αντιμετώπιση: η χρησιμοποίηση ενός ή περισσότερων οργανισμών από τον άνθρωπο για τον έλεγχο του πληθυσμού και της δράσης ενός ή περισσότερων φυτοπαράσιτων. Ο οργανισμός μπορεί να είναι έντομο, ζώο, φυτό, μύκητας, βακτήριο, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθούν και ιοί. Προσοχή: Το γεγονός ότι σε μια γεωργική εκμετάλλευση έχουν χρησιμοποιηθεί μέθοδοι βιολογικής καταπολέμησης δε σημαίνει ότι τα παραγόμενα προϊόντα μπορούν να χαρακτηριστούν βιολογικά. Θα πρέπει να εξεταστεί αν υπήρξαν άλλες χημικές επεμβάσεις, κ.τ.λ.

Βιολογική εξέλιξη: η ανάπτυξη όλων των ζωντανών οργανισμών από μία απλή κατάσταση σε μία πιο σύνθετη, μέσω βαθμιαίων αλλαγών.

Βιολογικός καθαρισμός: Η τεχνική καθαρισμού των λυμάτων από τις οργανικές ουσίες που περιέχουν, πριν την απόρριψή τους στο περιβάλλον.

Βιολογικός κύκλος: Το σύνολο των σταδίων και φάσεων από τα οποία περνά ένας φυτικός ή ζωικός οργανισμός.

Βιολογικός ενδείκτης: είδος ζώου ή φυτού που απαιτεί ιδιαίτερες περιβαλλοντικές συνθήκες και η παρουσία του σε κάποιο βιότοπο αποτελεί ένδειξη επικράτησης αυτών των συνθηκών.

Βιομάζα: το ολικό ποσό ζωντανής ύλης (φυτομάζα και ζωομάζα) ενός οικοσυστήματος, πληθυσμού κλπ.

Βιοποικιλότητα: αξία που αναφέρεται στην αφθονία των ειδών μιας περιοχής, ενός οικοσυστήματος ή της Βιόσφαιρας. Επίσης, χρησιμοποιείται για τη γενετική ποικιλότητα, την ποικιλότητα οικοσυστημάτων ή φυσικών τοπίων.

Βιόσφαιρα: το τμήμα της γήινης σφαίρας (ξηρά – θάλασσα – αέρας) όπου οι φυσικοχημικές συνθήκες επιτρέπουν την ύπαρξη ζωής.

Βιοτικό περιβάλλον: το σύνολο των βιοτικών παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος (φυτά – ζώα). Οι βιοκοινότητες.

Βιότοπος: τοποθεσία ή περιοχή διαβίωσης ή δραστηριοποίησης ενός είδους. Ένας βιότοπος μπορεί να περιέχει πολλούς τύπους ενδιαιτημάτων.

Βλάστηση: το σύνολο των φυτών μιας περιοχής. Αποτελεί την απόκριση της χλωρίδας της περιοχής στις συνθήκες περιβάλλοντος που επικρατούν εκεί.

Βόριο: αμέταλλο χημικό στοιχείο. Ιχνοστοιχείο απαραίτητο για την ομαλή ανάπτυξη πολλών φυτικών οργανισμών.

Βουργούνδιος πολτός: σκεύασμα φυτοπροστασίας που παρασκευάζεται με αντίστοιχο τρόπο με το βορδιγάλειο πολτό, μόνο που η εξουδετέρωση του θειικού χαλκού γίνεται με ανθρακικό νάτριο και όχι με ασβέστη.

ekdosis-stafilidi* Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο «ΛΕΞΙΚΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ
Κίμων Χατζημπίρος, Παναγιώτης Παναγιωτίδης, Ρένα Καρακατσάνη

Στο παρόν λεξικό  περιλαμβάνονται περίπου 2.000 όροι από τους χώρους της περιβαλλοντικής επιστήμης και τεχνολογίας, της οικολογίας και της περιβαλλοντικής πολιτικής, με τις αποδόσεις τους από τα αγγλικά στα ελληνικά και αντίστροφα.

Πηγή: NaturaNrg #04