fishfarming_01

Το «πράσινο» μέλλον της ιχθυοκαλλιέργειας

Αναρτήθηκε τη Κατηγορία: Ecolife, Περιβάλλον.

του Ρομπέρτο Μπακόπουλου

Το πιο πιθανό είναι να γνωρίζετε την «πράσινη επανάσταση», την προσπάθεια δηλαδή του ανθρώπου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την επιβίωσή του πάνω στον ταλαίπωρο πλανήτη μας, δείχνοντας τον απαραίτητο σεβασμό προς το περιβάλλον, την φύση και κάθε μορφή ζωής. Όμως, πόσοι από εσάς γνωρίζετε ή έστω έχετε ακούσει για τη «γαλάζια επανάσταση»; Την επανάσταση που, σύμφωνα με τους ειδικούς, θα χαρακτηρίσει τον αιώνα που διανύουμε και η οποία ενδεχομένως, πρόκειται να σώσει την ανθρωπότητα από πολλά δεινά…

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά… Όλοι γνωρίζουμε ότι ζούμε σε έναν πλανήτη που καλύπτεται κατά 70% περίπου από νερό και μόλις κατά 30% από ξηρά. Ωστόσο, βασιζόμενοι ως είδος πάνω σε αυτό το 30% καταφέραμε μέσα σε μερικές χιλιάδες χρόνια να πολλαπλασιαστούμε, να παράγουμε πολιτισμό και, εν τέλει, να… θέσουμε σε κίνδυνο τόσο το δικό μας μέλλον, όσο και αυτό του ίδιου του πλανήτη που μας φιλοξενεί.
Ενδεικτικά μόνο αρκεί να αναφέρουμε το εξής: Ο συνολικός πληθυσμός της Γης πρόσφατα ξεπέρασε τα 6 δισεκατομμύρια, ενώ με πρόχειρους υπολογισμούς, υπολογίζεται ότι μέχρι το 2100 θα έχει ξεπεράσει τα 9 δισεκατομμύρια. Με τις υπάρχουσες διατροφικές πηγές –που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία- περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού του πλανήτη αντιμετωπίζουν ήδη σημαντικά προβλήματα σίτισης. Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι η ανάγκη για (επί)στροφή στο… νερό για την εξεύρεση τροφής και ειδικότερα για την παραγωγή ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών που είναι απαραίτητες στην ανθρώπινη διατροφή, αποτελεί μάλλον μονόδρομο…

Το πρόβλημα της υπεραλίευσης και των συμβατικών ιχθυοτροφείων

Ελάχιστη ένδειξη της δυναμικής που διαθέτει η σωστή εκμετάλλευση των θαλασσών και γενικότερα των υδάτων για την εξασφάλιση των απαραίτητων διατροφικών πηγών είναι η εξής διαπίστωση: Παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος καλλιεργεί την τροφή του εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια στη στεριά, στο νερό ουσιαστικά μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, εξακολουθούσε να διατηρεί αποκλειστικά το ρόλο κυνηγού-συλλέκτη (έστω και αν οι εκάστοτε «κυνηγοί» διέθεταν-και εξακολουθούν να διαθέτουν- εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ. Δεν είναι υπερβολή, λοιπόν, να πούμε ότι όσον αφορά την εξέλιξή μας ως προς την εκμετάλλευση του υγρού στοιχείου για την εξασφάλιση διατροφικών πηγών μάλλον τα έχουμε κάνει… μούσκεμα!
Άποψη που ενδυναμώνεται και από το εξής ανησυχητικό στοιχείο: Ο κλάδος της αλιείας τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα από την υπεραλίευση και τη μόλυνση των θαλασσών. Μάλιστα, σε μελέτη που δημοσίευσε πρόσφατα η Greenpeace, τα 3/4 των ιχθυαποθεμάτων διεθνώς είτε είναι υπεραλιευμένα, είτε αντιμετωπίζουν άμεση απειλή, είτε βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης, είτε έχουν ήδη εξαφανιστεί.

fishfarming_02«Η λύση της “καλλιέργειας” των θαλασσίων ειδών που είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη διατροφή είναι μονόδρομος» θα επιμείνουν κάποιοι –και όχι άδικα. Εξετάζοντας τους αριθμούς, μόνο στην Ευρώπη η κατανάλωση ψαριών είναι περίπου 9 εκατομμύρια τόνοι ετησίως, εκ των οποίων η συλλεκτική αλιεία αποδίδει μόνο 6 εκατομμύρια, από τα οποία το 1,4 εκατομμύρια καταλήγουν σε εξαγωγές. Άρα, η ευρωπαϊκή ήπειρος είναι «υποχρεωμένη» να εισάγει 4,6 εκατ. τόνους για να καλύψει τις ανάγκες της σε ψάρι –εκ των οποίων το 1 εκατομμύριο καλύπτεται από υδατοκαλλιέργειες και τα υπόλοιπα 2 εκατομμύρια από τις εισαγωγές. Ναι, λοιπόν, σύμφωνα με τους αριθμούς, η περαιτέρω ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών και ειδικότερα της ιχθυοκαλλιέργειας είναι «μονόδρομος». Όμως, με ποιο τίμημα;
Σχετικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι οι ιχθυοκαλλιέργειες αποτελούν πηγή μόλυνσης και φθοράς του θαλάσσιου περιβάλλοντος: Τα υπολείμματα τροφής και τα απόβλητα των ψαριών κατακάθονται στο βυθό της θάλασσας σα μια μορφή λάσπης που είτε σαπίζει, είτε μολύνει τις κοντινές ακτές. Εκτός αυτού, τα ψάρια που ζουν υπό αιχμαλωσία τις περισσότερες φορές ταΐζονται με άλλα ψάρια που έχουν αλιευτεί από τη θάλασσα, συχνά με μη φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, ενώ λόγω του ότι τα ψάρια του ιχθυοτροφείου ζουν σε περιορισμένο χώρο με μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού, συχνά τους χορηγούνται αντιβιοτικά και φάρμακα, τα οποία πολλές φορές διαφεύγουν στο θαλάσσιο περιβάλλον με σοβαρότατες επιπτώσεις σε αυτό. Ωστόσο, ακόμα και γι’ αυτά τα προβλήματα φαίνεται να υπάρχει λύση. Μια λύση φιλική προς το περιβάλλον και με τεράστια περιθώρια ανάπτυξης: η βιολογική ιχθυοκαλλιέργεια.

Τι πρέπει να γνωρίζετε για τη βιολογική ιχθυοκαλλιέργεια

Οι γενικές αρχές της βιολογικής παραγωγής στην ιχθυοκαλλιέργεια δε διαφέρουν από τις αντίστοιχες που ισχύουν σε κάθε μορφή παρόμοιας παραγωγής. Βασίζονται δηλαδή σε οικολογικά συστήματα που αξιοποιούν τους φυσικούς πόρους κάθε οικοσυστήματος, με μεθόδους αειφόρου εκμετάλλευσης της αλιείας. Παράλληλα, σε αυτές προβλέπεται η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας των φυσικών υδατικών οικοσυστημάτων, ενώ αποφεύγεται η τεχνητή διευκόλυνση της παραγωγής με τη χορήγηση ορμονών ή παραγώγων τους στα «καλλιεργούμενα» ψάρια. Επιπλέον, οι πρώτες ύλες για τη διατροφή των εκτρεφομένων ειδών κατά προτίμηση προέρχονται από βιώσιμη αλιευτική εκμετάλλευση, ενώ η υγεία των ψαριών αυτών βασίζεται πρωτίστως στην πρόληψη των ασθενειών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η βιολογική παραγωγή και πιστοποίηση ψαριών ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90 με τον κυπρίνο, ένα είδος ψαριού του γλυκού νερού που εκτρέφεται κατά κύριο λόγο σε λίμνες, ενώ λίγο αργότερα η βιολογική εκτροφή ψαριών επεκτάθηκε πρώτα στο σολομό και εν συνεχεία σε άλλα είδη, όπως οι πέστροφες, οι γαρίδες κ.λπ.. Αξίζει να αναφερθεί δε ότι κατά τον πρώτο καιρό, τα στάνταρ πιστοποίησης ήταν ιδιωτικά.
Βέβαια, από τότε πολλά έχουν αλλάξει. Σύμφωνα με στοιχεία του 2008, η παγκόσμια παραγωγή βιολογικής υδατοκαλλιέργειας ανήλθε στους 29.000 τόνους, εκ των οποίων οι 4.000 τόνοι παρήχθησαν στην Αμερική (Βραζιλία, Χιλή, Εκουαδόρ, Περού), με κυριότερα είδη τους σολομούς, τα τιλάπια, τις γαρίδες, οι 9.500 τόνοι στην Ασία (με έμφαση στα μύδια και τις γαρίδες), ενώ 15.500 τόνοι παρήχθησαν στην Ευρώπη, με κυριότερα είδη τον κυπρίνο, την πέστροφα, το σολομό, την τσιπούρα, το λαυράκι, τα τιλάπια και τα μύδια. Το εντυπωσιακότερο όλων δε, είναι ότι σύμφωνα με ρεαλιστικές προβλέψεις, η παγκόσμια παραγωγή από τη βιολογική υδατοκαλλιέργεια μέχρι το 2030 θα φτάσει τους 1,2 εκατομμύρια τόνους.
Ποιος ο ρόλος της «μικρής» Ελλάδας σε όλα αυτά; Όπως είναι γνωστό, στη χώρα μας οι ιχθυοκαλλιέργειες ως κλάδος πρωτογενούς παραγωγής άρχισε να λειτουργεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50, οπότε και ξεκίνησε να λειτουργεί δειλά-δειλά ο πρώτος ιχθυογενετικός σταθμός παραγωγής πέστροφας στον ποταμό Λούρο, κοντά στα Γιάννενα, για να φτάσουμε αργά αλλά σταθερά στη δεκαετία του ’90. Τότε, κατόπιν ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και με κύρια όπλα την εκτροφή τσιπούρας και λαυρακιού, οι ιχθυοκαλλιέργειες έφτασαν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε ποσοστό 0,3-0,5%!

fishfarming_03Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι η χώρα μας «παραδοσιακά» έπεται στους περισσότερους τομείς προόδου και ανάπτυξης, είναι ασφαλές να πούμε ότι στις βιολογικές ιχθυοκαλλιέργειες συμβαδίζει με τις τρέχουσες εξελίξεις: από την 01/01/2009, η ΔΗΩ είναι σε θέση να χορηγεί το πιστοποιητικό βιολογικής παραγωγής και σε προϊόντα υδατοκαλλιέργειας –δυνατότητα που διαθέτει και η BioHellas ως αντιπρόσωπος του γερμανικού προτύπου Naturland στην Ελλάδα- ενώ η έκδοση του νέου Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βιολογική ιχθυοκαλλιέργεια που ενεργοποιήθηκε πριν από μερικές ημέρες (δείτε σελίδα 6) βοηθά ήδη τις μονάδες παραγωγής αφενός να αποφύγουν πιθανά προβλήματα που θα προκύψουν και αφετέρου να βρουν τις ενδεδειγμένες λύσεις.
Μέχρι στιγμής, τα κυριότερα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτές οι μονάδες είναι η απουσία παγκοσμίως αποδεκτών κανονισμών, προτύπων και ρυθμίσεων για την παραγωγή και επεξεργασία προϊόντων βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, καθώς επίσης και η διπλάσια τιμή πώλησης που έχει το βιολογικό ψάρι στο εμπόριο, λόγω του μεγαλύτερου χρόνου ωρίμανσης που απαιτούν τα εκτρεφόμενα είδη.
Το μόνο που μένει είναι να δούμε όχι αν αλλά πότε θα ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα. Πολύ απλά γιατί η «γαλάζια επανάσταση» δεν μπορεί να περιμένει άλλο…

  • Η παραγωγή τσιπούρας και λαυρακιού στην χώρα μας κυμαίνεται από 85.000 έως 100.000 τόνους ετησίως. Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει περίπου το 72% του συνόλου της παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το 57% στη Μεσόγειο.
  • Σύμφωνα με στοιχεία του 2007, στην χώρα μας λειτούργησαν 332 πλωτές μονάδες ευρύαλων ψαριών,1 μονάδα εκτροφής τόνου, 590 μονάδες οστρακοκαλλιέργειας, καθώς επίσης και 39 ιχθυογεννετικοί σταθμοί ευρύαλων ψαριών.
  • Οι ετήσιες εξαγωγές υπολογίζονται σε πάνω από 400 εκατομμύρια ευρώ.
  • Υπολογίζεται ότι 10.000 άνθρωποι απασχολούνται στον συγκεκριμένο κλάδο, που στη χώρα μας δραστηριοποιείται στην περιφέρεια και κυρίως στις ακριτικές περιοχές.
  • Μέχρι στιγμής, οι «παίκτες» στην παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων βιολογικής ιχθυοκαλλιέργειας στον ελλαδικό χώρο είναι οι Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες Α.Ε., Ιχθυοκαλλιέργειες Κεφαλληνίας Α.Ε. και Γαλαξίδι Α.Ε..

Ωστόσο, παρά την τεράστια δυναμική που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος κλάδος και την ξεκάθαρη ανάγκη που δημιουργείται από τις τρέχουσες περιβαλλοντικές εξελίξεις για την άμεση μετάβασή του σε πιο «πράσινες» μορφές παραγωγής, το επίσημο ελληνικό κράτος προς το παρόν… τηρεί σιγήν ιχθύος όσον αφορά το θέμα της επιχορήγησης οποιασδήποτε μορφής βιολογικής υδατοκαλλιέργειας στην χώρα μας.

Πηγή: NaturaNrg #08