Μία πολυσχιδής προσωπικότητα ο Γενικός Διευθυντής του Οργανισμού Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων ΔΗΩ, ο κος Δημήτρης Δημητριάδης μιλάει στη Natura NRG για το όραμα, τη ζωή του, τη σύγχρονη πραγματικότητα των βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα του σήμερα, αλλά και την ολοένα αυξανόμενη διεθνή ζήτηση για μία πιο πράσινη, ηθική και οικολογική ζωή.
◊ Γράφει η Ευτυχία Φράγκου
♦ Κε Δημήτρη Δημητριάδη, θα θέλαμε να γυρίσουμε το χρόνο λίγο πίσω, στα πρώτα σας βήματα. Πώς ξεκινήσατε, ποιο είναι το όραμά σας στο σήμερα; Και καθώς είστε μια πολυσχιδής προσωπικότητα, πώς είναι η καθημερινότητά σας;
Αν και μεγάλωσα στην Κυψέλη, από μικρός είχα μεγάλη αγάπη για τη φύση και τον αθλητισμό. Κάπου στα 16 μου κατάλαβα ότι θέλω να ζήσω κοντά στη γη, να δουλεύω με τα χέρια μου, ως αγρότης. Στα 18 μου βρέθηκα στον Καναδά, στο Πανεπιστήμιο McGill, όπου εκτός από τις κλασικές γεωπονικές γνώσεις, ήρθα σε επαφή και με πιο εναλλακτικές ιδέες – για παράδειγμα, τα ηλιακά παθητικά θερμοκήπια και τις μικρής κλίμακας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Από τότε ταξίδεψα πολύ – στις Η.Π.Α., το Μεξικό, την Τυνησία, την Ισπανία – για να γνωρίσω από κοντά διαφορετικές μορφές βιολογικής και βιοδυναμικής καλλιέργειας. Το 1983 γύρισα στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκα στα Χανιά, ξεκινώντας να καλλιεργώ βιολογικά, σε μια εποχή που η έννοια της βιολογικής γεωργίας ήταν σχεδόν άγνωστη. Παράλληλα, εργάστηκα και ως μουσικός και φωτογράφος, για να στηρίξω την οικογένειά μου.
Μέσα από τον Σύλλογο Οικολογικής Γεωργίας Ελλάδος συνεργάστηκα με ανθρώπους που είχαν το ίδιο όραμα. Το 1993 ιδρύσαμε τη ΔΗΩ, τον πρώτο ελληνικό φορέα πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων – ένα μεγάλο βήμα για τη χώρα μας. Από τότε συμμετέχω ενεργά σε προγράμματα και ευρωπαϊκές επιτροπές που διαμορφώνουν το πλαίσιο της βιολογικής γεωργίας.
Η καθημερινότητά μου είναι αρκετά απαιτητική, αλλά και ιδιαίτερα δημιουργική. Η θέση μου ως Γενικός Διευθυντής του Οργανισμού Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων ΔΗΩ απαιτεί συνεχή εγρήγορση, υπευθυνότητα και διαρκή ενημέρωση για τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία. Δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα στη σωστή ροή πληροφορίας και στη συνεργασία μεταξύ των ομάδων. Ο ρόλος μου είναι περισσότερο επιτελικός – φροντίζω ώστε κάθε τμήμα να λειτουργεί αποτελεσματικά, με διαφάνεια και συνέπεια, και παράλληλα να τηρούνται αυστηρά τα πρότυπα και οι κανονισμοί που διέπουν τον χώρο των βιολογικών πιστοποιήσεων.
Παράλληλα, έχω την τιμή να υπηρετώ και ως Πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικολογικής Γεωργίας ΔΗΩ, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που στοχεύει στην επιστημονική στήριξη, προώθηση και διάδοση της οικολογικής γεωργίας στην Ελλάδα μέσα από έρευνα, εκπαίδευση και ενημέρωση.
Το Ινστιτούτο, που ιδρύθηκε το 1999 και επαναδραστηριοποιήθηκε το 2021, λειτουργεί με ανθρωποκεντρική και eco-κεντρική προσέγγιση, βασισμένη στον σεβασμό προς τον άνθρωπο, τη φύση και την αξία της συνεργασίας. Έχει αναλάβει δράσεις συγκέντρωσης επιστημονικής γνώσης, μελέτης των επιπτώσεων της συμβατικής γεωργίας, καθώς και εκπαίδευσης παραγωγών και επιχειρήσεων. Πρόσφατα, το Ινστιτούτο είχε την τιμή να φιλοξενήσει στη χώρα μας δύο Διεθνείς Συναντήσεις για τη Βιοδυναμική Γεωργία.
Παρά τις αυξημένες ευθύνες, προσπαθώ να βρίσκω χρόνο για ενασχολήσεις που με ανανεώνουν και με κρατούν συνδεδεμένο με τη φύση και τις αξίες που με οδήγησαν σ’ αυτό το επάγγελμα. Για μένα, η βιολογική γεωργία δεν είναι απλώς μια επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά ένας τρόπος σκέψης και ζωής.
♦ Τα τελευταία χρόνια ο όρος βιολογικές, βιοδυναμικές καλλιέργειες, οικολογικά προϊόντα κτλ έχουν χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά. Τι χρειάζεται να γνωρίζει και τι πρέπει να προσέχει ο καταναλωτής;
Όντως, κάθε όρος έχει τη δική του ερμηνεία και θέση. Όταν λέμε “οικολογικό”, είναι ένας ευρύς όρος με πολλές έννοιες και δεν αναφέρεται μόνο σε προϊόντα διατροφής. Συμπεριλαμβάνει και έννοιες περιβαλλοντικές αλλά και πιο ολιστικές.
Ο όρος “βιολογικό” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα προϊόν μόνο αν είναι πιστοποιημένο από κάποιον αναγνωρισμένο φορέα και υποδηλώνει ότι η παραγωγή του έχει γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό 848 της Ε.Ε.
“Βιοδυναμικό” σημαίνει ότι το προϊόν έχει καλλιεργηθεί σύμφωνα με τις αρχές της Βιοδυναμικής Γεωργίας και συνήθως έχει την πιστοποίηση ενός διεθνούς οργανισμού, της Demeter.
Όπως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, έτσι και σε όλα τα επαγγέλματα υπάρχουν καλοί επαγγελματίες και λιγότερο καλοί. Έτσι, καλό είναι ο καταναλωτής να γνωρίσει τους πιστοποιητικούς οργανισμούς και να κατανοήσει τη δουλειά του καθενός, ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει την αξία που κρύβεται πίσω από κάθε σήμα.
♠ Θα θέλαμε και την προσωπική σας οπτική για τον σάλο που προέκυψε με τα πιστοποιητικά.
Αυτό που συνέβη ήταν κάτι που αρκετοί φορείς είχαμε προειδοποιήσει το Υπουργείο: η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων στους Πιστοποιητικούς Οργανισμούς και στους παραγωγούς, σε συνδυασμό με επιδοτήσεις καθαρά ψηφοθηρικού χαρακτήρα, υποβαθμίζει το μέλλον της βιολογικής γεωργίας — και δυστυχώς αυτό αποδείχτηκε στην πράξη. Η ανεξέλεγκτη αύξηση των βιοκαλλιεργητών δημιούργησε εύλογες υποψίες στην Ευρώπη, που οδήγησαν στους σημερινούς ελέγχους. Ακόμα και τώρα, όμως, η διαχείριση είναι κυρίως επικοινωνιακή: επιβάλλονται πρόστιμα χωρίς να αντιμετωπίζονται τα βαθύτερα προβλήματα.
Οι οργανισμοί όπως ο ΕΛΓΟ και η Διεύθυνση Βιολογικής Γεωργίας του ΥΠΑΑΤ είναι υποστελεχωμένοι και δυσκολεύονται να κάνουν ουσιαστικούς ελέγχους, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως η ΥΑ του 2017, που έπρεπε να έχει προσαρμοστεί στον νέο κανονισμό ήδη από το 2020. Ένα κομβικό ζήτημα είναι ότι ποτέ δεν επιδοτήθηκε το βιολογικό προϊόν, αλλά μόνο η ένταξη του παραγωγού στο σύστημα βιολογικής καλλιέργειας.
Στην πράξη, ένας παραγωγός εγγράφεται σε έναν Πιστοποιητικό Οργανισμό, ελέγχεται και λαμβάνει ετήσιο πιστοποιητικό που βεβαιώνει την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού. Όμως δεν είναι υποχρεωμένος να πουλήσει το προϊόν του ως βιολογικό. Έτσι, η κοινωνία που επιδοτεί αυτή την καλλιέργεια δεν έχει ανταπόδοση στην αγορά, παρά μόνο σε περιβαλλοντικό επίπεδο, από τη μη χρήση χημικών. Αν οι επιδοτήσεις βασίζονταν στις πωλήσεις των προϊόντων, ίσως τότε οι παραγωγοί να αξιολογούσαν διαφορετικά την οικονομική τους συμφέρουσα και να υπήρχε πιο αποτελεσματικός έλεγχος μέσω περισσότερων αναλύσεων.
Ο σάλος που προκλήθηκε ήταν υπερβολικός και αποπροσανατολιστικός. Ανέδειξε για ακόμη μία φορά ότι έχουμε Υπουργούς Γεωργίας με ελάχιστη επαφή με την πραγματική γεωργία. Η εικόνα που δόθηκε στον κόσμο ήταν λανθασμένη: δεν αποσύρθηκαν βιολογικά προϊόντα, αλλά μόνο πιστοποιητικά.
Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξαν μαζικές αποσύρσεις προϊόντων, εκτός ορισμένων περιπτώσεων με εικονικά τιμολόγια ζωοτροφών, τα οποία συνδέονται κυρίως με επιδοτήσεις σε ανύπαρκτα βοσκοτόπια.
Συνολικά, η δημόσια συζήτηση απέκλινε από την ουσία και απέδειξε την ανάγκη για σοβαρούς και συστηματικούς ελέγχους, ώστε η βιολογική γεωργία να ανακτήσει την αξιοπιστία και την αξία της.
♦ Μπορεί μία έκταση γης να φιλοξενεί βιολογική καλλιέργεια και ακριβώς δίπλα να φιλοξενείται μια συμβατική καλλιέργεια; Υπάρχουν διακριτοί όροι και όρια;
Άλλο κάνω βιολογική γεωργία, άλλο παράγω βιολογικό προϊόν. Μπορεί να τα κάνω όλα σωστά, αλλά αν επιμολυνθώ από γειτονικές συμβατικές καλλιέργειες, το προϊόν μου θα έχει πρόβλημα. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό πριν ξεκινήσει κάποιος να εξετάσει πώς μπορεί να προστατευτεί από τέτοιους παράγοντες και μόνο τότε να ξεκινήσει.
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι προστασίας: εφαρμογή σε σχετικά μεγάλα αγροτεμάχια, φυσικοί φράχτες, συζήτηση με τους γείτονες ώστε να προσέχουν στα όρια και να δημιουργηθούν ζώνες στα σύνορα, όπου η συγκομιδή μπορεί να πουλιέται ως συμβατική. Μακροπρόθεσμα, βοηθά η διοργάνωση ημερίδων, το να δίνεις το παράδειγμα και η δημιουργία ομάδων. Ωστόσο, συχνά η μεγαλύτερη ώθηση προέρχεται από την ύπαρξη ζήτησης για το προϊόν σου από την αγορά.
Σύμφωνα με το Grand View Research η παγκόσμια αγορά βιολογικών τροφίμων και ποτών έφτασε περίπου τα 231,5 δισ. δολάρια το 2023, και προβλέπεται να αυξηθεί στα 563,5 δισ. δολάρια έως το 2030, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης (CAGR) περίπου 13,6%. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η αύξηση του ενδιαφέροντος από το καταναλωτικό κοινό; Η Ελλάδα παραμένει μόνο στο 2% περίπου, εδώ και 30 χρόνια, αυτό το ποσοστό γιατί δεν αυξάνεται;
Ο βασικός λόγος της αύξησης του ενδιαφέροντος για τα βιολογικά προϊόντα είναι η ανάγκη για καλύτερη ποιότητα ζωής. Σε πολλές κοινωνίες αυξάνεται η παχυσαρκία λόγω της κατανάλωσης πολλών επεξεργασμένων τροφίμων, και ο κόσμος στρέφεται όλο και περισσότερο σε πιο ποιοτικά προϊόντα. Στην Ελλάδα, όμως, παραμένουμε στο περίπου 2% εδώ και 30 χρόνια, λόγω διαφόρων παραγόντων: συχνά οι καταναλωτές θεωρούν ότι τα βιολογικά προϊόντα είναι πιο ακριβά και τα αποφεύγουν, ενώ παράλληλα υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης στην “βιολογικότητα” των προϊόντων.
Επιπλέον, δεν επιδοτείται η παραγωγή – έχουμε 125.000 βιοκαλλιεργητές, αλλά μόνο 20.000 πουλάνε και οι περισσότεροι παραγωγοί στοχεύουν στην εξαγωγή των προϊόντων τους. Δεν υπάρχει καμία στήριξη από την πολιτεία για την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς, και πολλοί καταναλωτές προτιμούν να αγοράσουν από γνωστούς στο χωριό, θεωρώντας τα φθηνότερα και πιστεύοντας ότι η διαφορά με τα πιστοποιημένα βιολογικά δεν είναι μεγάλη.
♦ Οι ηθικοί τρόποι καλλιέργειας, διαχείρισης, μεταποίησης και μεταπώλησης είναι κάτι εφικτό σε μία παγκόσμια πραγματικότητα ελεύθερης οικονομίας, όπου το κέρδος είναι ο πρωταρχικός στόχος;
Την στιγμή που δεν υπάρχει άμεση δημοκρατία και τα καρτέλ και οι μονοπωλιακές αγορές ονομάζονται, κατ’ ευφημισμό, «ελεύθερη οικονομία», η απάντηση είναι ΟΧΙ. Οι ηθικοί τρόποι καλλιέργειας, διαχείρισης, μεταποίησης και μεταπώλησης μπορούν να εφαρμόζονται μόνο σε επίπεδο μικρών, συνειδητοποιημένων ομάδων παραγωγών και αντίστοιχων καταναλωτών. Στον δικό μας τομέα υπάρχουν 17 Πιστοποιητικοί Οργανισμοί και μόνο εμείς λειτουργούμε ως μη κερδοσκοπική Α.Μ.Κ.Ε.
Διαβάστε ακόμα ⇒ Ψωνίζεις βιολογικά είσαι σίγουρος; Tι πρέπει να προσέξεις;
Αυτό, βέβαια, δεν μας εμποδίζει να ονειρευόμαστε και να προσπαθούμε για το καλύτερο, γιατί στο τέλος της ημέρας ο καθένας βρίσκεται μόνος του απέναντι σε έναν καθρέφτη, και ελπίζω να του αρέσει αυτό που βλέπει.
ΠΗΓΗ: naturanrg.gr naturanrg 148o




