Εξαρτήσεις. Πώς και γιατί εθιζόμαστε σε ουσίες και συμπεριφορές;

Αναρτήθηκε στις: Κατηγορίες: Life, Πρόσωπα, Υγεία, Ψυχολογία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών ευθύνεται για 450.000 θανάτους ετησίως και η επιβλαβής χρήση αλκοόλ για 3,3 εκατομμύρια θανάτους, ενώ συνδέεται με τουλάχιστον 60 διαφορετικές ασθένειες και επιπλέον επιβαρύνει την υγεία και την καθημερινότητα των ανθρώπων στο περιβάλλον του εξαρτημένου ατόμου.

Αυτές είναι δύο χαρακτηριστικές όψεις του φαινομένου των εξαρτήσεων, το οποίο παραμένει διαχρονικά επίκαιρο και χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταμορφώσεις και νέες προκλήσεις. Κι αυτό, γιατί η εξάρτηση είναι στενά συνυφασμένη με την ίδια τη φύση του ανθρώπου, ο οποίος επιδιώκει την ευχαρίστηση, την ηδονή και την ανταμοιβή, αλλά εγκλωβίζεται στην καταναγκαστική αναζήτησή τους χάνοντας συχνά τον έλεγχο της συμπεριφοράς του και την ικανότητα διαχείρισης της προσωπικής του ζωής.

Και βέβαια, αυτό δεν αφορά μόνο τις εξαρτήσεις από εθιστικές ψυχοδραστικές ουσίες, αλλά και τους συμπεριφορικούς εθισμούς, οι οποίοι αγγίζουν πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής: τη χρήση του διαδικτύου, τα τυχερά παιχνίδια, τη διατροφή, τη σεξουαλική δραστηριότητα ή τη σωματική άσκηση. Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί ότι η εξάρτηση είναι μια χρόνια νόσος του εγκεφάλου την οποία καθορίζουν περιβαλλοντικοί, φαρμακολογικοί και γενετικοί-βιολογικοί παράγοντες.

Αυτή την αντίληψη έχουν υιοθετήσει και οι ειδικευμένοι επιστήμονες που υπογράφουν το βιβλίο «Oι Εξαρτήσεις. Αίτια, μηχανισμοί, εκδηλώσεις, αντιμετώπιση», από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Εκθέτουν τις τρέχουσες επιστημονικές απόψεις για τις ουσιοεξαρτήσεις, αποφεύγοντας κάθε δαιμονοποίηση, και σκιαγραφούν με εύληπτο, συνοπτικό αλλά και ολοκληρωμένο τρόπο τις βασικές γνώσεις και τα κύρια σημεία του πεδίου της «εξαρτησιολογίας».

Η σκοτεινή όψη της ηδονής

Aναφερόμενοι σε εξαρτήσεις εννοούμε κατ’ αρχήν τις εξαρτήσεις από εθιστικές ψυχοδραστικές ουσίες. Εντούτοις, τις τελευταίες δύο δεκαετίες το επιστημονικό ενδιαφέρον έχει στραφεί επιπλέον στους συμπεριφορικούς εθισμούς, οι οποίοι εκτείνονται σε πολλές πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας και συμπεριφοράς (προβληματική σχέση με τη χρήση του διαδικτύου, τα τυχερά παιχνίδια, τη διατροφή, τη σεξουαλική δραστηριότητα, την υπερβολική σωματική άσκηση).

⇒ Σας ενδιαφέρει: Η σεξουαλική συμπεριφορά στο διαδίκτυο

Μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες, οι ουσιοεξαρτημένοι θεωρούνταν άτομα προβληματικής ηθικής υπόστασης και με ελαττωματική βούληση, και η αντιμετώπισή τους είχε κυρίως τιμωρητικό χαρακτήρα. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα άλλαξε άρδην τον τρόπο προσέγγισης των εθισμών και άνοιξε τον δρόμο για αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπιση. Σήμερα η επιστημονική κοινότητα θεωρεί ότι η εξάρτηση αποτελεί μια χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο του εγκεφάλου που καθορίζεται τόσο από περιβαλλοντικούς όσο και από φαρμακολογικούς και γενετικούς-βιολογικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν.

Κύρια χαρακτηριστικά των εξαρτήσεων

Η εξάρτηση χαρακτηρίζεται από την έντονη προσήλωση ενός ατόμου σε κάποια ουσία ή κάποια συμπεριφορά που αποκτά προεξάρχουσα σημασία στη ζωή του, με αποτέλεσμα αυτό το άτομο να κυριαρχείται από την έντονη ανάγκη λήψης της ουσίας ή για επανάληψη της συμπεριφοράς. Λόγω της σφοδρής επιθυμίας (craving)/ παρόρμησης για την ουσία υπάρχει μειωμένη δυνατότητα αυτοελέγχου και συνεπώς γίνονται επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες για διακοπή ή έλεγχο της ουσίας. Αντίστοιχα, μειωμένος αυτοέλεγχος παρατηρείται και στους μη χημικούς ή συμπεριφορικούς εθισμούς, όπως είναι ο εθισμός στα τυχερά παιχνίδια, στο διαδίκτυο, στο φαγητό και στο σεξ, η καταναγκαστική εμπλοκή με αγορές και η υπερβολική σωματική άθληση.

Η απώλεια του αυτοελέγχου και η παρορμητικότητα αποτελούν πυρηνικά χαρακτηριστικά της εξάρτησης και υποδηλώνουν μειωμένη ικανότητα ελέγχου από τα ανώτερα επιτελικά κέντρα του εγκεφάλου, που αφορούν συνειδητές νοητικές διεργασίες, πάνω στα αυτοματικά και ασυνείδητα λειτουργούντα κέντρα, που σχετίζονται με την άδηλη μνήμη και τις μαθημένες συμπεριφορές. Η εξάρτηση εκδηλώνεται τόσο με σωματικά όσο και με ψυχολογικά συμπτώματα.

Σωματική εξάρτηση

Η σωματική εξάρτηση εμφανίζεται όταν ο οργανισμός του ατόμου έχει προσαρμοστεί στην ουσία με αποτέλεσμα μειωμένη απάντηση στη φαρμακολογική δράση της μετά από συνεχή χρήση, που ωθεί το άτομο σε συνεχώς αυξανόμενες δόσεις για να βιώσει το ίδιο επιθυμητό αποτέλεσμα (φαινόμενο αντοχής ή ανοχής).

Η αντοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικά κριτήρια της σωματικής εξάρτησης και οφείλεται στη διαταραχή των μηχανισμών ομοιόστασης, σε ιστοχημικού τύπου μεταβολές των κυττάρων του νευρικού συστήματος και σε μεταβολικούς μηχανισμούς. Εφόσον διαταραχθεί η παθολογική προσαρμογή του οργανισμού στην εθιστική ουσία, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις μείωσης της δόσης ή απότομης διακοπής της ουσίας, τότε εκδηλώνονται συμπτώματα συνδρόμου στέρησης ή στερητικού συνδρόμου με λιγότερο ή περισσότερο θορυβώδη χαρακτηριστικά σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα, ανάλογα με το είδος της ουσίας και τον τρόπο, τη διάρκεια και τον βαθμό κατάχρησης.

Ο βαθμός της σωματικής εξάρτησης εκτιμάται κυρίως από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του συνδρόμου στέρησης, του οποίου η έναρξη και η πορεία έχουν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Συνήθως, τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου είναι αντίθετα από αυτά που προκαλεί η δράση της ουσίας. Τα έντονα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου υποχωρούν με την αποχή μερικών ημερών από τη χρήση της ουσίας, ενώ ηπιότερα συμπτώματα παραμένουν συνήθως για μερικές εβδομάδες. Τα συμπτώματα της σωματικής εξάρτησης και η ανάγκη για ανακούφιση από τη σωματική και ψυχολογική δυσφορία που προκαλούν ανατροφοδοτούν την εξάρτηση και συντείνουν στην αποκαλούμενη αρνητική ενίσχυση της εξαρτητικής συμπεριφοράς.

Ψυχολογική Εξάρτηση

Η ψυχολογική εξάρτηση ή εθισμός από την άλλη πλευρά, ενώ δεν εκδηλώνεται με τόσο θορυβώδη τρόπο, εμφανίζεται όταν το άτομο έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει την ουσία για να ξεφύγει από τη δυσφορία, να αντιμετωπίσει το άγχος και την ψυχική πίεση, καθώς και για να νιώθει φυσιολογικό ώστε να ανταπεξέρχεται στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.

Ο εθισμός είναι σημαντικότερος σε σύγκριση με τη σωματική εξάρτηση, διότι είναι αυτός που κυρίως διαιωνίζει το πρόβλημα και απαιτεί τη μεγαλύτερη προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί. Σημειώνεται ότι δεν προκαλούν όλες οι ουσίες και τις δύο μορφές εξάρτησης. Εφόσον η κατάσταση της εξάρτησης παρατείνεται και επιδεινώνεται, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία και τα επιδεινούμενα κοινωνικοοικονομικά και διαπροσωπικά προβλήματα, επέρχεται σημαντική παρεμβολή της παθολογικής συμπεριφοράς στη λειτουργικότητα του ατόμου.

Η πορεία προς την εξάρτηση

Η χρήση εθιστικών ουσιών και η κατάχρησή τους σπάνια είναι αποτέλεσμα ενός μόνον αιτιολογικού παράγοντα. Οι παράγοντες που συντελούν στην εμφάνιση της εξάρτησης αναπτύσσονται συνήθως κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, οι οποίες αποτελούν μια αναπτυξιακή περίοδο που καθορίζεται άμεσα από την οικογένεια, το σχολείο αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Στην εμφάνιση της χρήσης, κατάχρησης και εξάρτησης σε κάποια εθιστική ουσία συντείνουν πολλοί και σύνθετοι παράγοντες που αλληλεπιδρούν και μπορούν να διακριθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες, με διαφορετικό βαθμό συμμετοχής της καθεμιάς στην κάθε περίπτωση:

 α) σε περιβαλλοντικούς ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, δηλαδή στο οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζει το άτομο,

β) σε βιολογικούς παράγοντες και στην προσωπικότητα του ατόμου, και

 γ) στην καθαυτό φαρμακολογική δράση της ουσίας.

Σε αυτό το αιτιοπαθογενετικό πλαίσιο, η πορεία προς την εξάρτηση περιλαμβάνει μια διαδικασία διαδοχικών σταδίων. Αρχικά, στη φάση του πειραματισμού, το άτομο μπορεί να ξεκινήσει τη χρήση με διαφορετικά κίνητρα, όπως είναι η μείωση της δυσφορίας, το αίσθημα της διαφορετικότητας (μοναξιά, ανεπάρκεια, ανησυχία κ.λπ.), η αναζήτηση νέων εμπειριών, η αναζήτηση ευχαρίστησης κ.ά. Η αρχική εμπειρία μπορεί να βιωθεί ως εξαιρετικά θετική και ελκυστική, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά να ανατροφοδοτηθεί θετικά. Η φάση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην ενεργή αναζήτηση (2η φάση) και στην ενασχόληση με την ουσία (3η φάση), οπότε και παρουσιάζεται σημαντική αύξηση της χρήσης (παρόλο που συχνά αντλείται μειωμένη ευχαρίστηση από τη χρήση) και κάνουν την εμφάνισή τους η ψυχική ή/και η σωματική εξάρτηση. Στο στάδιο αυτό επηρεάζεται η ικανότητα του ατόμου να λειτουργεί σε πολλούς τομείς της ζωής του.

Στην τελική 4η φάση της εξάρτησης, η χρήση είναι πλέον το επίκεντρο της ζωής του ατόμου και εκδηλώνονται πολλά συμπτώματα στην υγεία (σωματική – διανοητική – ψυχική – κοινωνική).

Η διαδοχή των σταδίων αυτών συνοδεύεται από ολοένα αυξανόμενες αρνητικές επιπτώσεις στις οικογενειακές, κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις, καθώς και στις εκπαιδευτικές επιδόσεις.


Τα παραπάνω αποτελούν μικρό απόσπασμα του βιβλίου «Oι Εξαρτήσεις. Αίτια, μηχανισμοί, εκδηλώσεις, αντιμετώπιση» ενός σπουδαίου συλλογικού έργου, που συνέγραψαν διακεκριμένοι επιστήμονες.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης». Θεωρώντας ότι το θέμα των εξαρτήσεων -εθισμών είναι ανεξάντλητο, θα επανέλθουμε μέσα από τις σελίδες μας.

Προς το παρόν, θέσαμε κάποια ερωτήματα θέσαμε στον *Καθηγητή Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,ενός εν των συγγραφέων του βιβλίου, κ. Θωμά Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος ευγενικά μας απάντησε:

♦ Θεωρείται ότι οι εξαρτήσεις είναι φαινόμενο της εποχής μας. Κι αν ναι, ποιοι παράγοντες της σύγχρονης ζωής συμβάλλουν;

Παρόλο που το φαινόμενο της εξάρτησης από ψυχοδραστικές ουσίες είναι καταγεγραμμένο από χιλιετίες, η εξάπλωσή του με τη σημερινή επιδημική του μορφή παρατηρείται κυρίως κατά τα τελευταία 150 χρόνια και προφανώς κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.
Οι σημαντικότεροι ίσως παράγοντες είναι η δυνατότητα απομόνωσης των ενεργών συστατικών των φυτών που προκαλούν τις εθιστικές ψυχολογικές και φυσιολογικές αντιδράσεις (και ως εκ τούτου σε θέση να κάνουν πολύ πιο δραστικές μορφές από ό, τι προηγουμένως) και η γεωμετρική αύξηση της διαθεσιμότητας των εξαρτησιογόνων ουσιών.

Επίσης, φαίνεται ότι οι σύγχρονοι κοινωνικοί θεσμοί, η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα, δεν μπορούν να προστατεύσουν τα άτομα από την εξάρτηση, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Ειδικότερα, οι παράγοντες κινδύνου που έχουν σχέση με την οικογένεια περιλαμβάνουν την ποιότητα της γονικής ανατροφής, την παιδική κακομεταχείριση ή παραμέληση, τη διάσταση των γονέων, την ποιότητα των σχέσεων γονέων-παιδιού, την ύπαρξη αποτελεσματικού γονεϊκού ελέγχου και τη δυνατότητα εμφύσησης κοινωνικοποιητικών αξιών που συγκροτούν νόημα και σκοπό ζωής.

♦ Λένε ότι η εξαρτητική δομή της προσωπικότητας διαμορφώνεται κατά την πρώιμη φάση της εξέλιξης του βρέφους. Αληθεύει;

Αρχικά πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι κάποια
συγκεκριμένη διαταραχή της προσωπικότητας συσχετίζεται με την εξάρτηση (περισσότερες ή και συνδυασμοί έχουν συσχετισθεί). Εντούτοις, κάποια ιδιαίτερα ιδιοσυστατικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που καθορίζονται από γενετικές παραμέτρους σε συνάρτηση με την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον γνωρίζουμε ότι αυξάνουν την ευαλωτότητα στις εξαρτήσεις. Οι τρεις ιδιοσυστατικοί κληρονομήσιμοι παράγοντες που θεωρούνται σημαντικοί είναι η αναζήτηση της καινοτομίας, η αποφυγή της βλάβης και η εξάρτηση από την ανταμοιβή. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι επειδή κάποιος είναι γενετικά ευάλωτος στον εθισμό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνει εξαρτημένο άτομο. Απλώς σημαίνει ότι διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο.

♦ Η εφηβεία είναι η πλέον ευάλωτη στις εξαρτήσεις ηλικιακή περίοδος;

Ισχύει, διότι το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου (που μας επιτρέπει την ευχαρίστηση) ωριμάζει νωρίς και είναι πλήρως ανεπτυγμένο ήδη από την έναρξη της εφηβείας. Αντίθετα, ο προμετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου, ο οποίος ασκεί ανασταλτικό έλεγχο στις παρορμήσεις, αποτελώντας «φρένο» σε αυτές τις παρορμητικές συμπεριφορές, είναι το πιο αργά αναπτυσσόμενο τμήμα του εγκεφαλικού φλοιού και η ωρίμανσή του ολοκληρώνεται πολύ αργότερα (μετά το 20ό έτος της ηλικίας).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι έφηβοι είναι περισσότερο αυθόρμητοι, παρορμητικοί, έχουν λιγότερο αυτοέλεγχο, αναζητούν την άμεση ικανοποίηση και ανταμοιβή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν συμπεριφορές αυξημένου κινδύνου και ευαλωτότητα στις εξαρτήσεις.

⇒Σας ενδιαφέρει: Εφηβεία και social media

*Ο Θωμάς Παπαρρηγόπουλος είναι Καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται κυρίως με τις εξαρτήσεις, την υπνολογία και τη νευροψυχιατρική.

Κλινικά και ερευνητικά δραστηριοποιείται ως υπεύθυνος στους αντίστοιχους τομείς στο πλαίσιο της Α΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου. Στα πεδία των ενδιαφερόντων του έχει πάρα πολλές διεθνείς και ελληνικές δημοσιεύσεις.

πηγή: naturanrg.gr, Natura nrg#111

Δείτε επίσης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *