Αρχική NATURADaily Κατανόηση της φύσης του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ

Κατανόηση της φύσης του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ

Κατανόηση της φύσης του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ

Μια από τις δημοφιλέστερες χρόνιες ασθένειες του δυτικού πολιτισμού μετά τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τον καρκίνο είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου ΙΙ, πολύ διαφορετικός από τον διαβήτη τύπου Ι.

Γράφουν: Νεκταρία Παπαδοπούλου, MD, PhD Ενδοκρινολογία- Μεταβολισμός- Διαβήτης Ερευνητής Γ’, Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας Μητέρας Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας

Άννα Παπαγεωργίου, PhD Κλινική Διαιτολογία ,προαγωγή Υγείας,Παιδική Παχυσαρκία,Επ. Φυσικής Αγωγής  Ερευνητής Γ’, Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο  Υγείας Μητέρας Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας   www.evrostia-health.gr

Λύτρας Αριστείδης, Αριστείδης Λύτρας, MD, PhD, Ενδοκρινολογία – Μεταβολισμός – Διαβήτης, Επ. Υπεύθυνος Metabolic Plasticity.

Μια διαδραστική διαδικασία μεταξύ πασχόντων και επαγγελματιών υγείας

Η δυσκολία αποδοχής της νόσου από τον πάσχοντα, που για πρώτη φορά θα έρθει αντιμέτωπος με αυτή τη μεταβολική νόσο, δημιουργεί πρώτα από όλα σοκ και στρες αλλά και διαφορετικές συμπεριφορές στη διαχείριση της θεραπείας του. Τόσο σε επίπεδο κατανόησης των σχετικών επιστημονικών δεδομένων, όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή), όλα εξαρτώνται από συμπεριφορικούς, κοινωνικούς και βιολογικούς παράγοντες. Αντίστοιχα οι επαγγελματίες υγείας καλούνται στην καθημερινή πρακτική τους να αντιμετωπίσουν τις πολλές ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης.

Ο ΣΔ οφείλεται στην σχετική έλλειψη ινσουλίνης (ανεξάρτητα από τα επίπεδά της στο αίμα η Ινσουλίνη που εκκρίνει το πάγκρεας δεν επαρκεί για την αφομοίωση των υδατανθράκων), η οποία οδηγεί σε αδυναμία επίτευξης φυσιολογικών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα (υπεργλυκαιμία). Ο ΣΔ αποτελεί έναν τεχνικό ορισμό που αντικατοπτρίζει τη στατιστική συσχέτιση συγκεκριμένων επιπέδων υπεργλυκαιμίας με μεγάλη αύξηση του κινδύνου για επιπλοκές που σχετίζονται με την ακεραιότητα πολλών οργάνων και ιστών του οργανισμού και οι οποίες αυξάνουν σημαντικά τόσο τη νοσηρότητα όσο και τη θνητότητα των πασχόντων.

Κατανόηση της φύσης του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ

Κριτήρια εντοπισμού με βάση τη φυσιολογία του οργανισμού

Έτσι, γλυκόζη νηστείας ≥126 mg/dl (σε δύο διαφορετικές πρωινές μετρήσεις με διαφορά τουλάχιστον 15 ημερών χωρίς να συνυπάρχει άλλη κατάσταση η οποία ενδέχεται να επηρεάζει το μεταβολισμό των υδατανθράκων) και γλυκόζη ≥200 mg δύο (2)ώρες μετά την λήψη 75 γρ. άνυδρης γλυκόζης (διαλυμένης σε μικρή ποσότητα νερού) τεκμηριώνουν τη διάγνωση του ΣΔ.

Αν και ο προδιαβήτης επίσης αυξάνει σημαντικά την συχνότητα τουλάχιστον ορισμένων από αυτές τις επιπλοκές, η παρουσία υψηλότερων επιπέδων HbA1c >7% συνδέεται με προοδευτικά μεγαλύτερη στατιστική αύξηση των επιπλοκών του ΣΔ. Αυτό οφείλεται στο ότι όταν εκδηλωθεί ο ΣΔ, η μεταβολική ικανότητα του οργανισμού έχει επηρεαστεί τόσο, ώστε η αυξημένη γλυκόζη αίματος και πολύ συχνά τα συνοδά υψηλά τριγλυκερίδια λειτουργούν τοξικά (γλυκολιποτοξικότητα).

Τότε αυξάνονται για τα όργανά μας, η εναπόθεση αθηρογόνων στοιχείων στο αγγειακό μας σύστημα και επηρεάζεται η νευρική και νεφρική λειτουργία με τρόπο απειλητικό για την υγεία και την μακροβιότητα του ατόμου. Έτσι, απαιτείται άμεση αντιμετώπιση προκειμένου να αποφευχθούν μη αναστρέψιμες βλάβες ζωτικών οργάνων όπως η καρδιά, οι νεφροί, οι οφθαλμοί, ο εγκέφαλος, το περιφερικό νευρικό σύστημα, και το μυοσκελετικό σύστημα.

Η Αμερικανική Ένωση Διαβήτη (ADA) συνιστά ο έλεγχος διαβήτη για τους περισσότερους ενήλικες να ξεκινά στην ηλικία των 45 ετών. Ο ADA συνιστά τον έλεγχο διαβήτη πριν από την ηλικία των 45 ετών για τα υπέρβαρα άτομα ή αν υπάρχουν επιπλέον παράγοντες κινδύνου για προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2.

Υπάρχουν αρκετές εξετάσεις αίματος για τον εντοπισμό του προδιαβήτη:

♦ Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HBA1C) δείχνει το μέσο επίπεδο σακχάρου στο αίμα, τους τελευταίους τρεις μήνες. Το τεστ μετρά το ποσοστό του σακχάρου στο αίμα που συνδέεται με την πρωτεΐνη που μεταφέρει οξυγόνο στα ερυθρά αιμοσφαίρια και ονομάζεται αιμοσφαιρίνη. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, τόσο υψηλότερη θα είναι η HB Τιμές <5,7% θεωρούνται φυσιολογικές. Τιμές μεταξύ 5,7% και 6,4% θεωρούνται προδιαβήτης, ενώ τιμές >6,5% υποδηλώνουν διαβήτη τύπου 2.

♦ Τεστ σακχάρου νηστείας (τουλάχιστον για οκτώ ώρες ή όλη τη νύχτα). Ένα επίπεδο σακχάρου νηστείας κάτω από 100 χιλιοστόγραμμα ανά δεκατόλιτρο (mg/dL) θεωρείται φυσιολογικό. Ένα επίπεδο σακχάρου νηστείας από 100 έως 125 mg/dL θεωρείται προδιαβήτης και ονομάζεται διαταραχή της γλυκόζης νηστείας. Ένα επίπεδο σακχάρου νηστείας> 126 mg/dL υποδηλώνει διαβήτη τύπου 2.

♦ Δοκιμή ανοχής γλυκόζης από το στόμα. Ένα επίπεδο σακχάρου στο αίμα μικρότερο από 140 mg/dL (7,8 mmol/L) στις 2 ώρες από τη λήψη γλυκόζης, θεωρείται φυσιολογικό. Ένα επίπεδο σακχάρου στο αίμα από 140 έως 199 mg/dLθεωρείται προδιαβήτης και αναφέρεται ως διαταραχή της ανοχής στη γλυκόζη.

Παρεμβάσεις τρόπου ζωής, φαρμακευτικές προσεγγίσεις και τροποποίηση συμπεριφοράς για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ

Ο τρόπος ζωής είναι βασικός μοχλός για την εύρυθμη διαχείριση της νόσου.

Η προσεκτική ρύθμιση της διατροφικής συμπεριφοράς και της φυσιολογίας μέσω της άσκησης μετά από τον κατάλληλο ιατρικό έλεγχο, η απώλεια σημαντικού ποσοστού του σωματικού βάρους και συμπληρωματικά η εξατομικευμένη χορήγηση επιλεγμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων από τον ενδοκρινολόγο-διαβητολόγο ενδέχεται να αναστρέψει τον ΣΔ στα πολύ αρχικά στάδια της νόσου. Η κατάλληλη αυτή αγωγή δεν επιφέρει οριστική ίαση, καθώς ο υπερινσουλινισμός, η αντίσταση στην ινσουλίνη και η αδυναμία να αποθηκευθεί με ασφάλεια στον λιπώδη ιστό το σύνολο της περίσσειας ενέργειας που καταναλώνεται συνήθως εξαρτώνται από ιδιοσυγκρασιακά, βιολογικά χαρακτηριστικά των πασχόντων. Αυτά τα χαρακτηριστικά συμβάλλουν και στην απορρύθμιση της επικοινωνίας των μεταβολικά ενεργών ιστών (ήπαρ, λιπώδης ιστός και μυοσκελετικό σύστημα) τόσο μεταξύ τους όσο και με τον κεντρικό νευροενδοκρινικό μηχανισμό ρύθμισης της όρεξης.

Έτσι, στον ΣΔ οι υψηλές τιμές σακχάρου συνδυάζονται συχνά με παράλληλη απορρύθμιση του μηχανισμού κορεσμού και επιθυμία για περαιτέρω κατανάλωση υδατανθράκων ακόμη και σε συνθήκες αυξημένων επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, αίσθημα κοινό για πολλούς από τους πάσχοντες. Επομένως, είναι σημαντικό η καθοδήγηση του διαβητικού ασθενή να επικεντρωθεί και στην επανεκπαίδευση των μηχανισμών ρύθμισης της όρεξης και λήψης τροφής του κεντρικού νευροενδοκρινικού συστήματος τροποποιώντας χρονικά τα επιμέρους ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των τροφίμων που καταναλώνει ώστε να “επαναπρογραμματιστούν” οι αντίστοιχες βιολογικές απαντήσεις (π.χ. του συστήματος κορεσμού) που έχουν απορρυθμιστεί λειτουργικά. Συνεπώς, βασική διάσταση ως προς την αντιμετώπιση του ΣΔ είναι η συνειδητοποίηση από τον ίδιο τον πάσχοντα ότι δεν είναι απαραίτητο να στερηθεί την υψηλής ποιότητας εύγευστη και θρεπτική τροφή, αλλά να ακολουθήσει ένα εξατομικευμένο διατροφικό σχήμα που θα ικανοποιεί τις μεταβολικές ανάγκες του, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές προτιμήσεις του μέσα από μια αμοιβαία διαδραστική συνεργασία με τον ενδοκρινολόγο και τον κλινικό Διαιτολόγο.

Αντίστοιχα, η υιοθέτηση πρόσθετων ευνοϊκών συνηθειών ζωής, όπως η συστηματική άσκηση μπορεί να έχει ανεκτίμητη συμβολή στη ρύθμιση του ΣΔ, καθώς μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, τις συνολικές ανάγκες σε ινσουλίνη και βοηθά στην απώλεια σωματικού βάρους και τη διατήρησή του στα επιθυμητά επίπεδα. Επιπλέον, η άσκηση ως το ισχυρότερο φυσικό αντικαταθλιπτικό και αγχολυτικό προκαλεί νευροορμονικές επιδράσεις (έκκριση ενδορφινών και ενδοκανναβινοειδών) που παράγουν σαφή αισθήματα ευφορίας και ηρεμίας. Έτσι μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά και στην μείωση του άγχους έναν από τους παράγοντες που επιδεινώνουν τον ΣΔ και τις επιπλοκές του.

Το Διατροφικό μοντέλο που αρέσει στον ΣΔ

Η Μεσογειακή «δίαιτα» είναι γνωστή ως μία από τις πιο υγιεινές στον κόσμο επειδή δεν είναι πραγματικά μια δίαιτα, αλλά ένας τρόπος ζωής που βασίζεται σε μια ποικιλία υγιεινών τροφών, και περιλαμβάνει κοινές σωματικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Λόγω της μεγάλης ποικιλίας και επιλογής τροφίμων και της ευελιξίας που διαθέτει, ένας αυξανόμενος αριθμός νοσούντων μπόρεσε να προσαρμόσει αυτόν τον τρόπο ζωής και βλέπει θετικά αποτελέσματα.

Ενθουσιασμένοι από το υψηλό προσδόκιμο ζωής και τα χαμηλότερα ποσοστά ασθενειών οι επιστήμονες ερευνούν το Μεσογειακό μοτίβο διατροφής για περισσότερο από μισό αιώνα και τα οφέλη της πρόσληψης μεσογειακών συνδυασμών (med food patterns). Η έμφαση δίνεται στους σύνθετους υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, ταυτόχρονα με υψηλής περιεκτικότητας πρωτεΐνες και φυτικές ίνες (διαλυτές κυρίως και μη διαλυτές). Επίσης, η σταθεροποίηση του ζωικού κορεσμένου λίπους στο 7-10 % του συνολικού λίπους και πολλά αντιοξειδωτικά κυρίως από τα φυλλώδη λαχανικά και τα μετρημένα φρούτα και σπόρους. Για άτομα που διατρέχουν κίνδυνο διαβήτη, η παρακολούθηση του Μεσογειακού Μοτίβου μέχρι στιγμής έχει συνδεθεί με:

Μειωμένο κίνδυνο για διαβήτη

Μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HBA1C)

Μείωση των τριγλυκεριδίων

Μείωση του κινδύνου καρδιακών και εγκεφαλικών επεισοδίων

Κατανόηση της φύσης του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙΣΤΟΧΟΣ: Ο δεκάλογος για τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας

Ποτέ δεν είναι αργά να κάνεις μικρές αλλαγές που θα σε βοηθήσουν να αποφύγεις τις επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη.

Να διατηρήσεις ένα φυσιολογικό σωματικό βάρος. Πρώτος στόχος είναι αν είσαι υπέρβαρος ή παχύσαρκος να χάσεις το 7-10% του αρχικού σωματικού σου βάρους.

Να γυμνάζεσαι, περίπου 150-300 λεπτά μέτριας έντασης άσκηση την εβδομάδα, όπως έντονο περπάτημα, γιατί βοηθά στη μείωση του βάρους, στη μείωση των επιπέδων γλυκόζης και ενισχύει την ινσουλινο – ευαισθησία. Με έμφαση πάντα την αύξηση την μυϊκής μάζας και την αποφυγή σαρκοπενίας φαίνεται ότι επηρεάζουν κατά πολύ την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και την ευαισθησία της ινσουλίνης.

Να επιλέγεις δημητριακά προϊόντα ολικής αλέσεως, αντικαθιστώντας επεξεργασμένα τρόφιμα. Παράλληλα, είναι χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη.

Να καταναλώνεις φρούτα, λαχανικά, όσπρια και ξηρούς καρπούς που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.

Να εντάξεις στη διατροφή σου τρόφιμα πλούσια σε φυτικές πολυφαινόλες, που μπορούν να βελτιώνουν την ομοιόσταση της γλυκόζης και την ινσουλινοαντίσταση. Παραδείγματα τέτοιων τροφίμων είναι: όλα τα είδη μούρων, κόκκινο κρασί, κόκκινο λάχανο, κεράσια, κόκκινο σταφύλι, φράουλες, κρεμμύδι, kale, πράσο, μπρόκολο, βατόμουρα, σόγια και τα προϊόντα αυτής.

Να περιορίσεις το κόκκινο κρέας και να αποφύγεις εντελώς το επεξεργασμένο.

Βασικές επιλογές σου οι ξηροί καρποί, πουλερικά ή δημητριακά ολικής αλέσεως ή ψάρι.

Να διαβάζεις τις ετικέτες τροφίμων, ούτως ώστε να διαπιστώσεις ότι είναι ολικής αλέσεως και να παρατηρείς την αναλογία υδατανθράκων και σακχάρων.

Να τρως ποικιλία τροφίμων για να λαμβάνεις όλα τα θρεπτικά συστατικά και να ακολουθείς την εποχικότητα.

Να καταναλώνεις «καλά» λιπαρά οξέα, όπως είναι τα πολυακόρεστα και μονοακόρεστα. Από την άλλη, πρέπει να αποφύγεις εντελώς τη λήψη των κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων.

Μελέτες που διαμορφώνουν το Διατροφικό πιάτο στη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη

Συστηματικές ανασκοπήσεις, μετα-αναλύσεις και κλινικές μελέτες μας καθοδηγούν:

Oι χορτοφαγικές δίαιτες και η Μεσογειακή διατροφή φαίνεται να επιδρούν θετικά στο γλυκαιμικό έλεγχο και στους δείκτες καρδιαγγειακής υγείας.

Η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού κινδύνου μπορεί να μειώσει κατά 42% τον κίνδυνο για ανάπτυξη ΣΔ2.

Η διατροφική παρέμβαση είναι απαραίτητη για την μείωση των καρδιαγγειακών παραγόντων.

Για τους ασθενείς ΣΔ2 πολύ σημαντική είναι η διαχείριση της παχυσαρκίας. Για τους ασθενείς ΣΔ1 είναι σημαντική η χρήση της καταμέτρησης υδατανθράκων.

Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν την σημασία του γλυκαιμικού δείκτη (ΓΔ) σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 καθώς η δίαιτα χαμηλού ΓΔ μπορεί να μειώσει τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη να ρυθμίσει τη γλυκόζη νηστείας και να επηρεάσει την ευαισθησία της ινσουλίνης που είναι τελικά και το ζητούμενο.

Πηγή: Naturanrg#123o, www.naturanrg.gr

Προηγούμενο άρθροΥoga Your Voice: Απελευθέρωσε τη φωνή σου
Επόμενο άρθροΠώς αλλάζει το σώμα σας μόλις ξεκινήσετε την άσκηση;