ecoleksiko-gd

Λεξικό της οικολογίας (Γ,Δ)

Αναρτήθηκε στις: Κατηγορίες: Green, Περιβάλλον

Σε συνέχεια των όρων που παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα τεύχη της εφημερίδας, σχετικά με τους οικολογικούς όρους, σε αυτό το τεύχος το λεξικό συνεχίζεται με την παρουσίαση όρων που ξεκινούν με το γράμμα Γ και Δ.*

Γαλάζιες σημαίες: απονέμονται σε ακτές που πληρούν 27 κριτήρια καθαριότητας και οργάνωσης. Τα κριτήρια περιγράφονται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Ύδατα Κολύμβησης.
Γενετική ανταλλαγή: διακίνηση γονιδίων στο εσωτερικό πληθυσμού ή μεταξύ πληθυσμών.
Γενετική μηχανική: η αλλαγή τμημάτων του DNA ενός οργανισμού, μετά από ανθρώπινη παρέμβαση.
Γενετική ρύπανση: διαδικασία μέσω της οποίας γονίδια από οργανισμούς με ανασυνδυασμένο DNA μπορούν να διαφύγουν και να ενσωματωθούν σε φυσικούς πληθυσμούς.
Γεωργικές απορροές: λιπάσματα και γεωργικά φάρμακα, όπως παρασιτοκτόνα, εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, κλπ, που διαφεύγουν από γεωργικές καλλιέργειες και εισέρχονται στα υδατικά οικοσυστήματα με αποτέλεσμα την ρύπανσή τους.
Γκρίζος κατάλογος: κατάλογος που συγκεντρώνει διάφορες ουσίες μέτριας ή πιθανής επικινδυνότητας.
Γονιδιακό απόθεμα: ο συνολικός αριθμός γονιδίων ή η ποσότητα γενετικών πληροφοριών που κατέχουν όλα τα αναπαραγωγικά μέλη ενός πληθυσμού σεξουαλικά αναπαραγόμενων οργανισμών.
Γονίδιο: η βασική μονάδα κληρονομικότητας, που αποτελεί τμήμα του DNA (ή RNA σε μερικούς ιούς), που κωδικοποιεί μία ή περισσότερες σχετικές λειτουργίες και καταλαμβάνει ορισμένη θέση σε ένα χρωμόσωμα.
Δάση, μανγκρόβια: είδος τροπικών δασών που απαντούν στις αβαθείς παραλίες των τροπικών περιοχών, στις ιλυώδεις αποθέσεις ποταμόκολπων και λιμνοθαλασσών. Οι κορμοί και τα κλαδιά των μανγκρόβιων χαρακτηρίζονται από τη συνεχή παραγωγή επιγενών ριζών, οι οποίες κατεβαίνουν στη λάσπη σε κάποια απόσταση από το μητρικό κορμό και αναπτύσσουν νέους κορμούς. Το ιδιόμορφο περιβάλλον των μανγκρόβιων δασών φιλοξενεί μια πλούσια πανίδα, κυρίως αμφίβια.
Δάσος: οικοσύστημα στο οποίο κυριαρχούν τα δέντρα. Αποτελεί σύμπλοκο οικολογικό σύστημα, δεδομένου ότι τα δέντρα συνυπάρχουν και λειτουργούν μαζί με πλήθος άλλων φυτών και ζώων. Αποτελεί φυσικό πόρο.
Δάσος ομβρόφιλο: τύπος τροπικού δάσους που χαρακτηρίζεται από υψηλή θερμοκρασία και βροχόπτωση.
Δείκτης ποικιλότητας: η μαθηματική έκφραση της ποικιλότητας των ειδών μιας δεδομένης κοινωνίας ή περιοχής. Αποτελεί σημαντικό μέσο συγκρίσεων της δομής και της σταθερότητας των κοινωνιών.
Δημόσια υγεία: η σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων, ως άτομα και ως κοινωνία. Επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η διατροφή, οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, η ψυχαγωγία, η ρύπανση, ο θόρυβος κ.α.
Διάθεση απορριμμάτων από συσκευασία: η συλλογή, διαλογή, μεταφορά και επεξεργασία των απορριμμάτων εκ συσκευασίας, καθώς και η αποθήκευση και η απόρριψη ή ταφή τους, και οι διαδικασίες για την επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση, ανάκτηση και επόμενη χρήση τους.
Διαλυτικά: γενικός όρος για υγρά που χρησιμοποιούνται για τη διάλυση άλλων ουσιών. Λόγω ακατάλληλης διάθεσης ή διαρροής τους από βιομηχανικά απόβλητα, μπορούν να ρυπάνουν το έδαφος και τα νερά.
Διάπλαση: σύνολο βιοκοινωνιών που παρουσιάζει όμοιους βιολογικούς χαρακτήρες και ανάλογη φυσιογνωμία, παρά τις διαφορές των ειδών που περιλαμβάνει. Τα δάση, οι θαμνώνες, η μακία κλπ είναι φυτικές διαπλάσεις.
Διάπλαση δευτερογενής: φυτοκοινωνίες που αντικαθιστούν τις πρωτογενείς μετά την καταστροφή τους από τον άνθρωπο. Έχουν διαφορετική (συνήθως φτωχότερη) χλωριδική σύνθεση.
Διαπνοή: η απώλεια υδρατμών από ένα φυτό προς την ατμόσφαιρα.
Διαστρωμάτωση: ο διαχωρισμός μιας λίμνης ή θάλασσας σε διαφορετικά στρώματα. Το θερμότερο νερό βρίσκεται στην επιφάνεια, το ψυχρότερο στον πυθμένα και ενδιάμεσα υπάρχει η μεταβατική ζώνη η θερμοκλίνη.
Διηθητήρας: πορώδες υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται για το διαχωρισμό συστατικών των υγρών ή αερίων μειγμάτων ή διαλυμάτων.
Διοξείδιο του αζώτου: τοξικό αέριο με δριμεία οσμή, που αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της φωτοχημικής αιθαλομίχλης.
Διοξείδιο του άνθρακα: αέριο παραγόμενο από την πλήρη οξείδωση του άνθρακα. Περιέχεται σε χαμηλή συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα και συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Διοξίνες: ομάδα χλωριωμένων οργανικών ενώσεων, που αποτελούν συστατικό ορισμένων ζιζανιοκτόνων, απολυμαντικών και λευκαντικών.
ekdosis-stafilidi* Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο «ΛΕΞΙΚΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ
Κίμων Χατζημπίρος, Παναγιώτης Παναγιωτίδης, Ρένα Καρακατσάνη.
Στο παρόν λεξικό  περιλαμβάνονται περίπου 2.000 όροι από τους χώρους της περιβαλλοντικής επιστήμης και τεχνολογίας, της οικολογίας και της περιβαλλοντικής πολιτικής, με τις αποδόσεις τους από τα αγγλικά στα ελληνικά και αντίστροφα.

Πηγή: NaturaNrg #05

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *