Τι επιβαρύνει τα Συστήματα Υγείας περισσότερο;

Αναρτήθηκε στις: Κατηγορίες: Ασθένειες & Θεραπείες, Οικογένεια, Υγεία

Η εμφάνιση ενός αόρατου εχθρού στην πανδημία που ζούμε, έκανε ορατές όλες τις ατέλειες των συστημάτων υγείας και των χρόνιων παραλείψεων στη διαχείριση των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Ας δούμε: Τι επιβαρύνει τα Συστήματα Υγείας περισσότερο;

⇒ Γράφει η Δρ. Άννα Παπαγεωργίου, PhD, Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Επ. Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού, www.evrostia-health.gr

Μη αποδοτικές και ανεπαρκείς πολιτικές υγείας μας έφεραν αντιμέτωπους με τον εχθρό, χωρίς να προλάβουμε καν να οχυρωθούμε.

Η επόμενη μέρα φέρνει πολλά στο τραπέζι των συζητήσεων για τη χάραξη μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής για την υγεία, για την αλλαγή κουλτούρας. Για τη νέα προσέγγιση στην αξιοποίηση του περιβάλλοντος, την εκπαίδευση των καταναλωτών, την παροχή ασφαλών τροφίμων από τη βιομηχανία και όλα αυτά με συλλογική – ατομική ευθύνη και υπεύθυνη πολιτική σφραγίδα!

Οι πολιτικές πρόληψης  για τη δημόσια υγεία βρίσκονται στη επικαιρότητα, παρότι θα έπρεπε να μετρούσαμε τα αποτελέσματα των εφαρμογών τους. Αυτή είναι η δεύτερη ευκαιρία αρκεί να αξιοποιηθεί σωστά!

Τι επιβαρύνει τα Συστήματα Υγείας περισσότερο; Τα επίσημα στοιχεία του ΠΟΥ

Τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούν σήμερα παγκόσμια τους μεγαλύτερους «Μαζικούς Φονιάδες». Οι μη μεταδοτικές ασθένειες (NonCommunicableDiseases) σκοτώνουν 41 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Ο αριθμός αντιστοιχεί στο 71% όλων των θανάτων παγκοσμίως.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί:

  • Κάθε χρόνο, 15 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας μεταξύ 30 και 69 ετών, πεθαίνουν από ένα μη μεταδιδόμενο νόσημα.
  • Πάνω από το 85% αυτών των «πρόωρων» θανάτων συμβαίνουν σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα.
  •  Οι καρδιαγγειακές παθήσεις αντιπροσωπεύουν τους περισσότερους θανάτους, περίπου 17,9 εκατομμύρια άτομα ετησίως. Ακολουθούν ο καρκίνος (9,0 εκατομμύρια), οι αναπνευστικές ασθένειες (3,9 εκατομμύρια), ο διαβήτης (1,6 εκατομμύρια). Αυτές οι 4 ομάδες ασθενειών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80% όλων των πρόωρων θανάτων παγκόσμια.

Οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες καθώς αναμένεται αύξηση κατά 20% μέσα στα επόμενα 10 χρόνια.

Ο τρόπος ζωής σχετίζεται με την ασθένεια

Ο σημερινός τρόπος ζωής των πολιτών, ιδιαίτερα κάτω από την σκιά της οικονομικής κρίσης, έχει επιφέρει μεγάλες αλλαγές στην καθημερινότητα. Έχει επηρεάσει την ποιότητα ζωής όλων, ανεξαιρέτως.

Η αυξητική τάση των χρόνιων νοσημάτων είναι σύμπτωμα αυτού του σύγχρονου τρόπου ζωής με αιχμές την κακή διατροφή, τη μειωμένη φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα και το στρες, το οποίο είναι ιδιαίτερα αυξημένο στις μέρες μας.

Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές τόσο στη μείωση της ποιότητας ζωής και την αύξηση της θνησιμότητας όσο και στην οικονομική επιβάρυνση των συστημάτων υγείας.

Το φορτίο ασθένειας στην Ελλάδα δεν διαφέρει σημαντικά από αυτό των υπόλοιπων ανεπτυγμένων χωρών. Τα νοσήματα του αναπνευστικού, τα καρδιαγγειακά και ο καρκίνος αποτελούν τις σοβαρότερες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, το σύνολο των θανάτων στη χώρα μας αφορά περίπου 49% σε  καρδιαγγειακές παθήσεις και 25% σε κακοήθη νεοπλάσματα. Οι πέντε πρώτοι παράγοντες που θεωρούνται ως αιτίες για τα χρόνια που χάνονται λόγω ανικανότητας -αναπηρίας από μη μεταδιδόμενα νοσήματα (ως έκφραση του DALYs/Disability – Adjusted – Life – Years ) είναι οι ακόλουθοι:

  • Κάπνισμα (12.2%)
  • Αρτηριακή Υπέρταση (10.9%)
  • Παχυσαρκία (10%)
  • Αλκοόλ (9.2%)

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν αποτελεί συνήθως πλεονέκτημα συνοδευόμενο από καλή υγεία. Η μείωση της θνησιμότητας σε βάρος της αυξανόμενης νοσηρότητας σημαίνει περισσότερα χρόνια που δαπανώνται με χρόνιες ασθένειες (μπορεί να ζει κάποιος περισσότερο, αλλά δεν απολαμβάνει ποιότητα ζωής για πολλά χρόνια).

Το αλκοόλ, η σωματική αδράνεια, το κάπνισμα και οι ανθυγιεινές δίαιτες αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου από ένα χρόνιο νόσημα.

Τι επιβαρύνει τα Συστήματα Υγείας περισσότερο; Το κόστος των νοσημάτων

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους υγείας, η οικονομική επιβάρυνση στα Συστήματα Υγείας από τα χρόνια νοσήματα (NCD) αυξάνεται και αναμένεται να δείξει απότομες αυξήσεις στο μέλλον. Tο κόστος των νοσημάτων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί από:

α) το κόστος που σχετίζεται με την παροχή υγειονομικής περίθαλψης

β) αλλά και της μη υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο αντικατοπτρίζει τις απώλειες παραγωγικότητας λόγω νοσηρότητας ή θνησιμότητας.

γ) της φαρμακευτικής δαπάνης.

Στην Ευρώπη το κόστος υγειονομικής περίθαλψης των καρδιαγγειακών περιστατικών ήταν 111 δισεκατομμύρια (μέτρηση 2015). Του καρκίνου 99 δισεκατομμύρια (μέτρηση 2018) και το κόστος λόγω απώλειας παραγωγικότητας ήταν αντίστοιχα 54 και 66 δισεκατομμύρια. Σύνολο 330 δις, ένα ποσό που σημαίνει πολλά για τα συστήματα υγείας.

Οι πολιτικές υγείας πρέπει να στοχεύσουν στη ρίζα του κακού

Η ποιότητα ζωής των πολιτών και τα ζητήματα συμπεριφορών υγείας αποτελούν κατεξοχήν πεδίο εφαρμογής πολιτικών πρόληψης που μπορούν σταδιακά να μειώσουν σημαντικά και αποτελεσματικά την εξάπλωσή των χρόνιων ασθενειών και τις αρνητικές συνέπειές τους, για τη Δημόσια Υγεία.

Με το κόστος της πρόληψης να είναι πολύ χαμηλότερο από τις τρέχουσες δαπάνες θεραπείας και κυρίως την πρόληψη να είναι ασύγκριτα αποτελεσματικότερη από τη θεραπεία.andras-frouta-roloi

Οι παρεμβάσεις και πολιτικές πρόληψης πρέπει να στοχεύουν στη «ρίζα» και τις «αιτίες» του κακού και σύμφωνα με την στρατηγική και τις πολιτικές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, να αναπτύσσονται μέσα από τους εξής πυλώνες:

  • Σταδιακή επικράτηση υγιεινών συμπεριφορών υγείας με εκπαίδευση όλων των πολιτών.
  • Αύξηση της φυσικής δραστηριότητας σε όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές ομάδες (γενικό πληθυσμό ,ευπαθείς ομάδες)και  ασφαλώς τα παιδιά.
  • Προστασία του περιβάλλοντος καθημερινής διαβίωσης μέσα από χάραξη εθνικών πολιτικών.

Στόχος είναι η τροποποίηση της συμπεριφοράς των πολιτών, η αλλαγή κουλτούρας (Wellbeing) και η εκπαίδευση σε ένα νέο μοντέλο διαβίωσης.

Από οικονομική σκοπιά, τα ποσά που υπολογίζονται για την εφαρμογή πολιτικών πρόληψης και θεραπείας των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων μέσα από τους τροποποιήσιμους παράγοντες (φυσική άσκηση, κλινικά πρωτόκολλα διατροφής, διατροφική εκπαίδευση καταναλωτών, μείωση του καπνίσματος) είναι πολύ μικρά σε σύγκριση με τις τεράστιες απώλειες του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος ή της κοινωνικής πρόνοιας που θα επέλθουν εάν δεν γίνουν οι ανάλογες επενδύσεις.

Ένα σενάριο που φαντάζει πολύ πιθανό, αν ληφθούν υπόψη οι αναμενόμενες αυξητικές τάσεις των νοσημάτων. Ιδιαίτερα στις δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που θα βιώσει η χώρα.

Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, καθώς και οι δυνατότητες χρηματοδότησης επιτρέπουν την άμεση δράση με μαζικό χαρακτήρα στους παραπάνω τομείς. Είναι επιτακτική ανάγκη να γίνουν προτεραιότητες από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η καταπολέμηση της παχυσαρκίας προτεραιότητα!

Υιοθετώντας το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης του ΠΟΥ για τη Διατροφή και τη άσκηση«2015-2020» προτεραιότητα δίνεται στην προώθηση της υγιεινής διατροφής και την αντιμετώπιση των ανησυχητικών ποσοστών παχυσαρκίας σχετιζόμενων με τα χρόνια νοσήματα (καρδιαγγειακά, διαβήτης, καρκίνος.)

Το Σχέδιο Δράσης προτείνει ένα ευρύ φάσμα πολιτικών που θα βοηθήσουν άτομα, κοινότητες από όλα τα υπόβαθρα να υιοθετήσουν ισορροπημένες διατροφικές συνήθειες. Να διατηρήσουν ένα υγιές σωματικό βάρος, να ασκούνται μέσα από συνταγογραφημένα πρωτόκολλα άσκησης.

andras-nero-vari-frouta

Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ενεργειακής πυκνής δίαιτας, υπερβολικής κατανάλωσης κορεσμένου λίπους, τρανς λιπαρών, ελεύθερων σακχάρων και αλατιού, χαμηλής κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών, υποκινητικότητας και της επιβάρυνσης της παχυσαρκίας, των καρδιαγγειακών παθήσεων, του διαβήτη και ορισμένων μορφών καρκίνου που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής. Η υγεία πρέπει να γίνει ένας κοινός και σταθερός στόχος σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα ανεξάρτητο των εκάστοτε πολιτικών αλλαγών.

Μήπως το σχολείο ενισχύει την παχυσαρκία;

Αυτό απαιτεί μια ολιστική πολιτική προσέγγιση που θα περιλαμβάνει όχι μόνο τους οργανισμούς υγείας, αλλά και όλους τους τομείς που εμπλέκονται. Η εκπαίδευση, η βιομηχανία τροφίμων, η γεωργία, οι περιβαλλοντικοί οργανισμοί και η συνεργασία της επιστημονικής κοινότητας με το κράτος.


H Άννα Παπαγεωργίου, είναι PhD, Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Διδάκτωρ ΙατρικήςΣχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού.

Έχει διατελέσει Eθνική εκπρόσωπος (2010-2012) στο High Level Group on Nutrition and Physical activity, European Commission ,για τις πολιτικές υγείας.

Υπεύθυνη κλινική Διαιτολόγος ,Ιατρείο Ελέγχου Βάρους, Παιδιατρική Κλινική “Μητέρα”

Ερευνήτρια στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας ,Μητέρας Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γεώργιου Χρούσου.

Υπεύθυνη σχεδιασμού προγραμμάτων προαγωγής της υγείας ΕΥΡΩΣΤΙΑ:”Ζω Κινούμαι Τρέφομαι Σωστά” και “Be Αctive”,Ακαδημίες Παναθηναικός Pao Bc

Πηγή: www.naturanrg.gr, Natura Nrg #113

Δείτε επίσης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *