Το Τσιπάκι της Γνώσης: Είναι ικανή η γνώση και ο έρωτας να αλλάξουν τον κόσμο όλο;

Αναρτήθηκε στις: Κατηγορίες: Βιβλίο, Πολιτισμός, Πρόσωπα

Διαβάσαμε το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Κάλιοση “Το Τσιπάκι της Γνώσης” που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, το Φεβρουάριο του 2019, από τις εκδόσεις Κάκτος και μας γεννήθηκε η επιθυμία να τον γνωρίσουμε από κοντά και να κάνουμε μια συζήτηση μαζί του με αφορμή το βιβλίο του.

⇒ Συνέντευξη στη Μαρία Γκέκα

Ένα βιβλίο πολύ ιδιαίτερο που θα το ενέτασσε κανείς με άνεση στη χωρία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα το αδικούσε, καθώς είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Ας αφήσουμε, όμως, τον ίδιο να μας εξηγήσει.

Τι είναι, λοιπόν, το Tο Τσιπάκι της Γνώσης”;

“Το Τσιπάκι της Γνώσης” είναι ένα μυθιστόρημα πολιτικής, επιστημονικής και ερωτικής φαντασίας – με αυτή τη σειρά – στο οποίο επιχειρώ με λογοτεχνικούς μυθοπλαστικούς όρους να αποδώσω στην πολιτική αυτό που της λείπει, να υπενθυμίσω ότι η επιστήμη και η τεχνολογία απελευθερώνουν καθημερινά δυνάμεις που, εάν τις εκμεταλλευτούμε ως πολίτες, μπορούμε στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον να γίνουμε αυτεξούσιοι και να καταστήσω όσο πιο σαφές γίνεται ότι ο έρωτας, εκτός από πεδίο αγοραίας εκμετάλλευσης και αιχμή μιας εμπορικής λογοτεχνίας που κάποτε συστηνόταν εντίμως ως παραλογοτεχνία, είναι ορμή ατομικής χειραφέτησης και ταυτόχρονα συγκολλητική ουσία κάθε υγιούς συλλογικότητας.

Δεν νομίζετε ότι θα ήταν λίγο τρομακτικό να κουβαλάμε όλη την υπάρχουσα γνώση στο κεφάλι μας;

Σκεφτείτε τι χαρά θα δίναμε στους μαθητές …! Πέρα από την πλάκα, όμως, θα απαντήσω με ένα βέβαιο όχι. Το αντίθετο ακριβώς, το βρίσκω να είναι υπέροχα λυτρωτικό. Πραγματικά, θα απογείωνε το είδος μας. Ας αναλογιστούμε απλά πόσα από τα δεινά που κατατρέχουν τις ζωές μας έχουν τη ρίζα τους στην άγνοια, τον παρεπόμενο φόβο και την άλογη ανεξέλεγκτη επίδραση των ενστίκτων στην ατομική μας συμπεριφορά και στη συλλογική μας παράνοια. Όλα αυτά η γνώση θα τα έλουζε με το καταυγαστικό της φως και θα μας απάλλασσε από βάρη που η ανθρωπότητα κουβαλά αιώνες στις πλάτες της, ξεκινώντας από προπατορικά αμαρτήματα και φτάνοντας μέχρι τα πιο πρόσφατα άγη των μεγάλων σφαγών και των συντριπτικών φασισμών.

Η γνώση θα έκανε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο να φαντάζει με εφιαλτική ανάμνηση ενός μακρινού παρελθόντος και την πραγματική δημοκρατία να μοιάζει με αυτονόητη επιλογή, καθώς όλοι θα ξεκινούσαμε από την ίδια εντελώς πραγματική αφετηρία και η πορεία μας στον κόσμο δεν θα ήταν απόρροια καταγωγής, πλούτου, διασυνδέσεων, τύχης ή οποιουδήποτε άλλου εξωγενούς παράγοντα αλλά απλά και μόνο ζήτημα προσωπικής επιλογής και συλλογικής ανάγκης.

Ναι, αλλά ό,τι περιγράφετε ως μια δελεαστικά ευοίωνη προοπτική δεν προσκρούει στο γεγονός ότι άνθρωποι με πολύ υψηλό επίπεδο γνώσης έχουν διαπράξει και εξακολουθούν να διαπράττουν εγκλήματα, να εκμεταλλεύονται συνανθρώπους τους, να διαφθείρουν συνειδήσεις ή να αυτοκτονούν;

Χαίρομαι που μου κάνετε αυτή την ερώτηση, την οποία μου την έχουν θέσει και αρκετοί αναγνώστες. Η διαφορά της γνώσης που κατέχει στις μέρες μας ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος σε σύγκριση με τη γνώση που χαρίζει στους ήρωες του μυθιστορήματος το τσιπάκι είναι της ίδια τάξης μεγέθους με αυτή που υφίσταται ανάμεσα σε μια σταγόνα και έναν ωκεανό.

Η καθολική γνώση που θα εξασφάλιζε το τσιπάκι θα έδινε την πρωτόγνωρη δυνατότητα στον άνθρωπο να βλέπει όλη την εικόνα του κόσμου ή τουλάχιστον αυτή που θα του επέτρεπε η μέχρι εκείνη τη στιγμή κεκτημένη γνώση – ενώ οι σημερινοί άνθρωποι δεν βλέπουν  παρά μια λεπτή φέτα της, διαφορετική ο καθένας, και αυτή θολά -, οπότε τα περιθώρια να πλανηθεί ή να εξαπατήσει, να υπονομευθεί ή να υπονομεύσει, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να εκμεταλλευτεί, να εξοργίσει ή να εξοργιστεί και πάει λέγοντας θα ήταν εξαιρετικά  περιορισμένα έως ανύπαρκτα, γιατί την ίδια ακριβώς εικόνα θα είχαν και όλοι οι άλλοι γύρω του.

Άρα μιλάμε για μια ιδανική κοινωνία…

Μη βιαζόμαστε. Πρέπει πρώτα να τη ζήσουμε για να διαπιστώσουμε εάν θα είναι ιδανική. Προσωπικά πιστεύω ότι τόσο ο άνθρωπος όσο και ο κόσμος που δημιουργεί δεν έχουν τέλος. Τα περιθώρια εξέλιξής του θα είναι πάντα άπειρα όσο και το σύμπαν. Ως εκ τούτου, η ιδανική κοινωνία είναι μάλλον προορισμένη να κατοικεί πάντα στο μυαλό του και να παίρνει τη μορφή που θα της δίνει η πιο λεπταίσθητη λειτουργία του, η φαντασία.

Το μυθιστόρημά σας παραπέμπει σε βιβλία όπως το «1984» του Τζορτζ  Όργουελ και το «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ. Σας έχουν επηρεάσει  και αν ναι, σε τι συγκλίνετε και σε τι αποκλίνετε από αυτά;

Πρόκειται για τις κορυφές του είδους και τους έχω μελετήσει όντως διεξοδικά. Ωστόσο, από τον Όργουελ θεωρώ πως τη σκέψη μου την έχει επηρεάσει περισσότερο το καθ’ όλα ρεαλιστικό “Φόρος Τιμής στη Καταλονία” παρά το “1984”. Από τον Χάξλεϋ εκτός από το “Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο” του θαυμάζω και όλα τα άλλα έργα του. Αυτό που πάντα με συνάρπαζε σ’ εκείνους, όπως και σε συγγραφείς όπως ο Ζοζέ Σαραμάγκου ή ο  Ίταλο Καλβίνο, είναι η γενναία και σχεδόν πάντα κερδισμένη αναμέτρησή τους με το συγγραφικώς ανέφικτο.

Ως προς τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις για τις οποίες με ρωτάτε θα απαντήσω ότι είναι μάλλον αρκετές. Θα σταθώ όμως σε μία απόκλιση που κατ’ εμέ έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. “Το Τσιπάκι της Γνώσης” είναι πιο οπτιμιστικό, ενώ τα δύο αυτά έργα αναφοράς είναι απαισιόδοξα, λιγότερο ο “Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος” και περισσότερο το «1984». Και το βρίσκω εντελώς φυσιολογικό, αν σκεφτούμε πότε και μέσα σε ποιες συνθήκες εκείνα γράφτηκαν. Θεωρώ πως οι τεχνοεπιστημονικές εξελίξεις που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα μας δίνουν το δικαίωμα να είμαστε κάπως πιο αισιόδοξοι. Αντίθετα, η πολιτική δεν έχει αλλάξει σχεδόν σε τίποτα και ετούτο είναι κάτι για το οποίο καλό είναι να ανησυχούμε και να αρχίσουμε να αντιδρούμε.

Πώς την εννοείτε αυτή την αντίδραση;

Επιστρατεύουμε τη γνώση που διαθέτουμε και την παραγόμενη από αυτή λογική για να ελαχιστοποιούμε, ει δυνατόν να εξουδετερώνουμε, τους φόβους μας, τις αναστολές μας, τις εμπεδωμένες από το περιβάλλον και ως εκ τούτου αλλότριες και αλλοτριωτικές έξεις μας και τις πηγάζουσες από τον άσκεφτο συναισθηματισμό παρορμήσεις μας, έτσι ώστε να ορθώνουμε ατομικά και συλλογικά τείχη στην προπαγάνδα, στην εκμετάλλευση, στους πάσης φύσεως εξουσιαστές ηγετίσκους της καθημερινότητας αλλά και του πολιτικού σκηνικού, με απώτερο στόχο να κατακτήσουμε κάποια στιγμή στο μέλλον αυτό που μας αναλογεί σε μια πραγματική δημοκρατία, την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής μας, δηλαδή το αυτεξούσιο.

Με άλλα λόγια, ό,τι περιπαθώς κάποτε αποκαλούσαμε αντίσταση ή επανάσταση και το ταυτίζαμε στη συνείδησή μας με φυσεκλίκια και ηρωικές στιγμές σε ραχούλες και ψηλά βουνά, σήμερα μπορούμε να το κάνουμε από το σπίτι μας αρματωμένοι με γνώση και τεχνολογικά μαραφέτια. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμή μας και να είμαστε διατεθειμένοι να τη συναρμόσουμε με τις άλλες συνειδητοποιημένες δυνάμεις γύρω μας έως ότου μετατραπούμε σε ένα ορμητικό ποτάμι ικανό να πετάξει στη θάλασσα το παλιό μαζί με τη διαφθορά του, τη μεγαλοστομία του, τις κούφιες υποσχέσεις και τις ηχηρές διαψεύσεις του δίνοντας χώρο στο καινούργιο. Ιδού, λοιπόν ο δικός μας θαυμαστός κόσμος!

Από ό,τι καταλαβαίνω δεν μας συνιστάτε να περιμένουμε το Τσιπάκι της Γνώσης;

Όχι … γιατί ενδέχεται να αργήσει. Καλό είναι να ξεκινήσουμε χωρίς αυτό και με τα μέσα που διαθέτουμε.

Οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός σας είναι ο Πολίτης Α’, ο Πολίτης Β΄, ο Κυβερνήτης και το Ξωτικό. Τι σας οδήγησε στην επιλογή να προσδιορίσετε τα πρόσωπα με τις ιδιότητές τους, κωδικοποιημένα τρόπον τινά, και όχι με πραγματικά ονόματα;

Πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας είναι εν τέλει όλοι οι πολίτες μιας μεγάλης ιστορικής πόλης – που επίσης δεν προσδιορίζεται και που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από τις υφιστάμενες πάνω στον Πλανήτη, αλλά άνετα γίνεται να την ταυτίσει κανείς και με την Αθήνα -, οπότε δεν θα είχε νόημα τους κεντρικούς ήρωες, τους μοχλούς κίνησης της ιστορίας δηλαδή, να τους προσδιορίσω με κοινά ονόματα, καθώς στη θέση τους θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται κάποιοι άλλοι. Το ότι δεν φέρουν συμβατικά ονόματα, ωστόσο, επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτουν ξεχωριστή προσωπικότητα και διακριτά, μοναδικά χαρακτηριστικά. Αυτό, άλλωστε, δεν ισχύει για όλους μας;

Σε ό,τι αφορά δε στον Κυβερνήτη η απουσία προσδιοριστικού ονόματος υπαινίσσεται ότι, όπως και αν τον λέγανε, με τον ίδιο τρόπο και σχεδόν με την ίδια μεθοδολογία θα ασκούσε την εξουσία. Βρείτε μου έναν ηγέτη ανά τον κόσμο που να διαφέρει στην τυπολογία επιτέλεσης του ηγεμονικού του ρόλου  ανεξάρτητα από τις όποιες ποιοτικές διαφορές που σχετίζονται με το χαρακτήρα, την επικοινωνιακή δεινότητα ή τις ατομικές ικανότητες. Τα αποτελέσματα των πολιτικών τους είναι παντού τα ίδια και δυστυχώς είναι κατά το πλείστον απογοητευτικά.

Άρα, αν του έδινα οποιοδήποτε όνομα, το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να μείωνα το εύρος της μυθιστορηματικής περσόνας. Ας πούμε ότι είναι η κοινή συνισταμένη όλων των εξουσιαστών. Το Ξωτικό, τέλος, είναι το σύμβολο της θηλυκότητας, αντιπροσωπεύει την ομορφιά, τον έρωτα και την καλοσύνη. Δεν θα ήταν κρίμα να την λένε Ασπασία, Αντουανέτα ή Μελπωμένη…;

Πιστεύετε ότι είναι εφικτή μια κοινωνία σαν και αυτή που προοιωνίζεται το «Τσιπάκι της Γνώσης» ή πρόκειται απλά για μυθοπλαστικό τρικ;

Θεωρώ πως, αν δεν συμβεί κάτι αιφνίδια και απρόβλεπτα καταστροφικό, η κοινωνία αυτή μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα είναι εφικτή. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι τεχνολογικές εφαρμογές θα μας το επιτρέπουν. Από εκεί και πέρα θα εξαρτηθεί από εμάς τους ίδιους, γιατί ως γνωστόν κάθε δύναμη από αυτές που απελευθερώνει η ανθρώπινη επινοητικότητα δύναται να χρησιμοποιηθεί για το καλό όσο και για το κακό. Αυτό είναι κάτι που αναδεικνύεται στο μυθιστόρημα ως αντίληψη. Οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση, για να καθορίσουμε εμείς τις τύχες μας και την μοίρα των απογόνων μας.

Είναι τελικά η εξουσία αναγκαίο κακό;

Κατηγορηματικά όχι. Είναι σαν να ρωτάμε έναν κακοποιημένο άνθρωπο, αν θεωρεί την κακοποίηση που υπέστη αναγκαία. Τα τρεις χιλιάδες χρόνια πολιτισμού που η ανθρωπότητα έχει διατρέξει είναι στην κλίμακα της ιστορίας ό,τι τα 15-16 πρώτα χρόνια στην κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου. Μοιραία, λοιπόν, η ανήλικη πολιτικά ατομικότητα, αμόρφωτη, ανενημέρωτη και ισοβίως ανερμάτιστη είχε ανάγκη από καθοδήγηση, που ανάλογα με το ποιος αναλάμβανε κάθε φορά το ρόλο του κηδεμόνα ποίκιλλε και ο βαθμός αυστηρότητας στην άσκηση του ελέγχου και της εξουσίας προς τον κηδεμονευόμενο.

vaggelis-kaliosis-to-tsipaki-tis-gnosis

Στον 21ο αιώνα, έχω την αίσθηση ότι η ανθρωπότητα πλησιάζει στην ενηλικίωσή της και έχοντας απεριόριστη πρόσβαση στη μόρφωση και την πληροφόρηση θα έχει όλο και λιγότερο ανάγκη τους πάσης φύσεως εξουσιαστές που παρουσιάζονται συνήθως ως αυτόκλητοι σωτήρες, ενώ στην πράξη, όπως πολλάκις έχει ιστορικά αποδειχτεί, δεν είναι σε θέση να σώσουν από το ναυάγιο ούτε την προσωπική τους ζωή, ούτε καν την αξιοπρέπειά τους. Η εξουσία θα πάψει να υφίσταται, όταν ο καθένας μας αναλάβει πλήρως την ευθύνη της ατομικής του ύπαρξης και τη συνευθύνη της συλλογικής. Τότε και μόνο τότε ο πολίτης θα γίνει αυτεξούσιος και η πολιτεία δημοκρατική. Φαντάζει δύσκολο, αλλά είναι εφικτό. Απλά ζήτημα ενηλικίωσης. Στην μεταβατική εποχή μας, βιώνουμε τις ωδίνες της εφηβείας. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα διαρκέσουν πολύ, ότι θα έχουμε τρόπον τινά μια σχετικά πρόωρη ενηλικίωση.

Τι ακριβώς είναι αυτές οι συλλογικότητες με τα περίεργα ονόματα, οι Ουρανιστές και οι Ενθρονιστές;

Ε μην τα αποκαλύψουμε όλα… Ας αφήσουμε και κάτι για τον αναγνώστη.

Ας πάμε τότε σε κάτι πιο ειδικό. Σε μια συζήτηση μεταξύ των Ουρανιστών διατυπώνεται η θέση ότι η εκπαίδευσή μας είναι μια προετοιμασία για τον κόσμο του παρελθόντος και όχι του μέλλοντος. Είναι και δική σας άποψη και αν ναι, τι ακριβώς εννοείτε;

Πρόκειται για ρήση του καθηγητή Howard Gardner, του “πατέρα” της πολλαπλής νοημοσύνης που, όταν τη διάβασα, με ταρακούνησε, καθώς έδινε απάντηση σε ένα ερώτημα με απασχολούσε χρόνια ως μάχιμο εκπαιδευτικό. Τι είναι, δηλαδή, αυτό που καθιστά το σχολείο βαρετό και ενίοτε μισητό για τους μαθητές; Τους υποχρεώνουμε να περνούν αρκετές ώρες της ημέρας σε έναν χώρο που δεν έχει αλλάξει κατ’ ελάχιστον από τη δεκαετία του 1950, εδώ δηλαδή και 80 χρόνια, τη στιγμή που κάθε άλλος χώρος της καθημερινότητάς τους είναι απείρως πιο ελκυστικός και αισθητά πιο λειτουργικός, να διαβάζουν βιβλία των οποίων το περιεχόμενο είναι συχνά επιστημονικά ξεπερασμένο και η αισθητική τους παραπέμπει επίσης σε παρελθούσες δεκαετίες και να διδάσκονται από δασκάλους που παρά τη θέληση και τις ικανότητές τους γερνούν απογοητευμένοι χωρίς κίνητρα για ανανέωση και αναζωπύρωση της χαμένης όρεξης.

Όλα με άλλα λόγια παραπέμπουν στο παρελθόν και όζουν μιζέρια, ενώ τα παιδιά ορμέμφυτα και ασυναίσθητα τείνουν προς το μέλλον. Αντί να τα προετοιμάζουμε γι’ αυτό, λοιπόν, τα κρατάμε καθηλωμένα σε ένα παρόν ποτισμένο από τις πιο σάπιες περιοχές του παρελθόντος, με αποτέλεσμα να επιμολύνουμε τη σκέψη τους και να προκαλούμε την αποστροφή τους.

Αν το καλοσκεφτούμε, μοιάζει με μια συλλογική διαστροφή στην οποία τα παιδιά αντιδρούν. Και η αντίδραση των ενηλίκων – θύματα κι αυτοί της ίδιας διαστροφής – συνοψίζεται σε αναθέματα και αφορισμούς για προβληματικές νέες γενιές και επίορκους δασκάλους.

Θα ήθελα να κλείσουμε την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας με μία απορία που μου γεννήθηκε καθώς διάβαζα το συναρπαστικό σας μυθιστόρημα και έκτοτε την κρατώ για να σας τη θέσω. Ο έρωτας στην ιστορία σας φαντάζει πολύ ιδανικός για να είναι αληθινός. Γιατί;

Πρώτα από όλα να σας ευχαριστήσω για τα επίθετα “ενδιαφέρουσα” και “συναρπαστικό”, αλλά και για την ίδια τη συζήτηση, γιατί ειλικρινά την απόλαυσα. Όσο για την επιλογή να ενσωματώσω στην ιστορία μου έναν τρόπον τινά ιδανικό έρωτα, πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν απόλυτα εσκεμμένη για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, το έκανα ως υγιή, θέλω να πιστεύω, αντίδραση στη γενικευμένη τάση να θεωρείται ο έρωτας αποκλειστικό προνόμιο των λεγόμενων ερωτικών ή κοινωνικών μυθιστορημάτων, κάποια από τα οποία τα λες και πορνογραφικά. Δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με το είδος αυτό καθαυτό, καθώς κατά καιρούς έχει δώσει έξοχα δείγματα ή και αριστουργήματα. Το πρόβλημα το έχω με τις εκδοτικές επιχειρήσεις που ενέταξαν, όπως προείπα, αυτό που στο παρελθόν εντελώς τίμια αποτελούσε παραλογοτεχνία – και είχε φυσικά τη χάρη του και το χρησιμότητά του – στη λογοτεχνία  χωρίς κανένα φραγμό και κανένα κριτήριο πλην εκείνου που υπαγορεύει η εμπορική τους υπόσταση.

Υπό αυτό το πρίσμα αποτελεί ένα έμμεσο μεν σαφές δε σχόλιο σε όλη αυτή την κατάσταση. Αρκεί να σας πω ότι ένας από τους εμπορικότερους οίκους της χώρας απέρριψε το μυθιστόρημά μου με το αιτιολογικό ότι εκδίδει μόνο κοινωνικά μυθιστορήματα, ενώ υπάρχουν εκδότες που δεν δέχονται χειρόγραφα μικρότερα των 250 σελίδων. Αντιλαμβάνεστε ότι, αν αυτό ίσχυε διαχρονικά ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Καμύ, ο Μπρεχτ, ο Παζολίνι, ο Καλβίνο, ο Μοράβια και τόσοι άλλοι συγγραφείς της μικρής φόρμας δεν θα είχαν εκδοθεί ποτέ και σήμερα δεν θα τους γνωρίζαμε. Μπορούμε να διανοηθούμε πόσο φτωχότεροι θα ήμασταν;

Και δεύτερον, στο “Τσιπάκι της Γνώσης” ο έρωτας δεν έχει μόνο σαρκική υπόσταση, χωρίς βέβαια με αυτό να εννοώ πως έχει κάτι το μεταφυσικό. Απλά, αν το καλοσκεφτούμε ο έρωτας είναι η μόνη αποτελεσματική και συνάμα άδολη ελκτική δύναμη. Ο άνθρωπος φορέας της καθολικής γνώσης είναι αδύνατο να μη συλλάβει την αξία του όχι μόνο για τον ίδιο, όπως κάνουμε σήμερα που το παράφορο αυτό συναίσθημα εκδηλώνεται με έναν αδυσώπητο εγωισμό, αλλά και για το σύνολο, την κοινωνία δηλαδή στην οποία θα είναι ενταγμένος. Σκεφτείτε έναν κόσμο, όπου όλα θα γίνονται από έρωτα!

Κλείσαμε ιδανικά νομίζω! Κι όπως έγραψε και ο δάσκαλος Λιαντίνης: «Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά.»

Σας ευχαριστούμε πολύ!  


Ο Βαγγέλης Κάλιοσης είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Γερμανία το Μάρτη του 1968, μεγάλωσε στην Πρέβεζα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακό με θέμα την Εκπαιδευτική Ηγεσία και Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κατά τη διετία 2014- 2016 χρημάτισε διευθυντής του Δημόσιου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης των Φυλακών Κορυδαλλού. Έκτοτε είναι διευθυντής στο Δημόσιο Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης Αχαρνών.

            Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκινάει με την πρωτόλεια ποιητική συλλογή «Ακροβασίες», που δημοσιεύτηκε από τις Εκδόσεις Έψιλον το 1991. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη η συλλογή διηγημάτων του «Όμηρος Εταίρας». Ακολούθησε το 2006 από τον ίδιο οίκο το μυθιστόρημά του «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες», το οποίο απέσπασε πολύ θετικές κριτικές.

Το 2011 εκδόθηκε το πολιτικό του δοκίμιο «Η Κρίση του Κοινοβουλευτισμού και το Αίτημα της Άμεσης Δημοκρατίας» από τις Εκδόσεις Χρ. Δαρδανός. Η ποιητική του σύνθεση «Συνάντηση με τον Γιάννη Ρίτσο υπό τη Σονάτα του Σεληνόφωτος» είναι αναρτημένη από το Μάρτιο του 2015 στην Επίσημη Ιστοσελίδα για τον μεγάλο ποιητή.

Έχει συγγράψει επίσης πολλά σχολικά βοηθήματα πάνω στα διδακτικά αντικείμενα της Ιστορίας και της Φιλοσοφίας, τα οποία έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Χρ. Δαρδανός και Πατάκη. Το 2009 πραγματοποίησε την προσαρμογή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου «Εγχειρίδιο Γενικής Παιδείας» των JeanFrancois Braunstein & Bernard Phan για λογαριασμό των Εκδόσεων Πατάκη, ενώ το 2012 πήρε μέρος στη συγγραφή λημμάτων του μεγάλου «Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» των ίδιων Εκδόσεων.

Το Φεβρουάριο του 2019 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Το Τσιπάκι της Γνώσης» από τις εκδόσεις Κάκτος.

Πηγή: www.naturanrg.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *